ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

 

Μετά τόν Προοιμιακόν καί τά, Πρός Κύριον, εις τό, Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν Στίχους ι' καί ψάλλομεν τά εις τούς Αίνους, ως εφεξής, Ιδιόμελα.

 

Ήχος α'

Εν ταίς λαμπρότησι τών Αγίων σου, πώς εισελεύσομαι ο ανάξιος; εάν γάρ τολμήσω συνεισελθείν εις τόν νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι τού γάμου, καί δέσμιος εκβαλούμαι υπό τών Αγγέλων, καθάρισον Κύριε, τόν ρύπον τής ψυχής μου, καί σώσόν με ως φιλάνθρωπος. (Δίς)

Ήχος β'

Ο τή ψυχής ραθυμία νυστάξας, ου κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα τήν εξ αρετών, καί νεάνισιν ωμοιώθην μωραίς, εν καιρώ τής εργασίας ρεμβόμενος, τά σπλάγχνα τών οικτιρμών σου, μή κλείσης μοι Δέσποτα, αλλ' εκτινάξας μου τόν ζοφερόν ύπνον εξανάστησον, καί ταίς φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, εις νυμφώνα τόν σόν, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, καί βοώντων απαύστως. Κύριε δόξα σοι. (Δίς)

Ήχος δ'

Τού κρύψαντος τό τάλαντον, τήν κατάκρισιν, ακούσασα ψυχή, μή κρυπτε λόγον Θεού, κατάγγελλε τά θαυμάσια αυτού, ίνα πλεονάζουσα τό χάρισμα, εισέλθης, εις τήν χαράν τού Κυρίου σου. (Δίς)

Ήχος πλ. β'

Δεύτε πιστοί, επεργασώμεθα προθύμως τώ Δεσπότη, νέμει γάρ τοίς δούλοις τόν πλούτον, καί αναλόγως έκαστος, πολυπλασιάσωμεν, τό τής χάριτος τάλαντον. Ο μέν σοφίαν κομιείτω, δι' έργων αγαθών. Ο δέ λειτουργίαν λαμπρότητος επιτελείσθω, κοινωνείτω δέ τού λόγου, πιστος τώ αμυήτω, καί σκορπιζέτω τόν πλούτον, πένησιν άλλος, ούτω γάρ τό δάνειον πολυπλασιάσομεν, καί ως οικονόμοι πιστοί τής χάριτος, δεσποτικής χαράς αξιωθώμεν, αυτής ημάς καταξίωσον, Χριστε ο Θεός, ως φιλάνθρωπος. (Δίς)

 

Όταν έλθης εν δόξη μετ' Αγγελικών Δυνάμεων, καί καθίσης εν θρόνω Ιησού διακρίσεως, μή με Ποιμήν αγαθέ διαχωρίσης, οδούς δεξιάς γάρ οίδας, διεστραμμέναι δέ εισιν αι ευώνυμοι, μή ούν ερίφοις με, τόν τραχύν τή αμαρτία συναπολέσης, αλλά τοίς εκ δεξιών, συναριθμήσας προβάτοις, σώσόν με ως φιλάνθρωπος.

 

Ο Νυμφίος ο κάλλει ωραίος, παρά πάντας ανθρώπους, ο συγκαλέσας ημάς, πρός εστίασιν πνευματικήν τού νυμφώνός σου, τήν δυσείμονά μου μορφήν, τών πταισμάτων απαμφίασον, τή μεθέξει τών παθημάτων σου, καί στολήν δόξης κοσμήσας, τής σής ωραιότητος, δαιτυμόνα φαιδρόν ανάδειξον, τής Βασιλείας σου ως εύσπλαγχνος.

Δόξα... Καί νύν... Ήχος βαρύς

Ιδού σοι τό τάλαντον, Δεσπότης εμπιστεύει ο ψυχή μου, φόβω δέξαι τό χάρισμα, δάνεισαι τώ δεδωκότι, διάδος πτωχοίς, καί κτήσαι φίλον τόν Κύριον, ίνα στής εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη φωνής. Είσελθε εν δόξη, καί ακούσης μακαριας δούλε, εις τήν χαράν τού Κυρίου σου, Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ τόν πλανηθέντα, διά τό μέγα σου έλεος.

 

Προκείμενον Ήχος πλ. β' Ψαλμός ρλα'

Ανάστηθι, Κύριε, εις τήν ανάπαυσίν σου, σύ καί η κιβωτός τού αγιάσματός σου.

Στίχ. Μνήσθητι Κύριε, τού Δαυϊδ, καί πάσης τής πραότητος αυτού.

Τής Εξόδου τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. Β', 5-10)

Κατέβη η θυγάτηρ Φαραώ λούσασθαι επί τόν ποταμόν, καί αι άβραι αυτής παρεπορεύοντο παρά τόν ποταμόν. Καί ιδούσα θίβην εν τώ έλει, άποστείλασα τήν άβραν, ανείλετο αυτήν. Ανοίξασα δέ, Ορά παιδίον κλαίον εν τή θίβη, καί εφείσατο αυτού η θυγάτηρ Φαραώ, καί έφη. Από τών παιδίων τών Εβραίων τούτο. Καί είπεν η αδελφή αυτού τή θυγατρί Φαραώ, θέλεις καλέσω σοι γυναίκα τροφεύουσαν εκ τών Εβραίων, καί θηλάσει σοι τό παιδίον. Καί είπεν αυτή η θυγάτηρ, Φαραώ, πορεύου. Ελθούσα δέ η νεάνις, εκάλεσε τήν μητέρα τού παιδίου. Είπε δέ πρός αυτήν η θυγάτηρ Φαραώ. Διατήρησόν μοι τό παιδίον τούτο, καί θήλασόν μοι αυτό, εγώ δέ δώσω σοι τόν μισθόν. Έλαβε δέ η γυνή τό παιδίον, καί εθήλαζεν αυτό. Ανδρυνθέντος δέ τού παιδίου, εισήγαγεν αυτό πρός τήν θυγατέρα Φαραώ. Καί εγενήθη αυτή εις υιόν, επωνόμασε δέ τό όνομα αυτού, Μωϋσήν, λέγουσα. Εκ τού ύδατος αυτόν ανειλόμην.

Προκείμενον Ήχος δ' Ψαλμός ρλβ'

Ιδού δή τί καλόν, ή τί τερπνόν, αλλ' ή τό κατοικείν αδελφούς επί τό αυτό;

Στίχ. Ως μύρον επί κεφαλής, τό καταβαίνον επί πώγωνα.

Ιώβ τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. Α', 13-22)

Εγένετο ως η ημέρα αύτη, οι υιοί Ιώβ, καί αι θυγατέρες αυτού, ήσθιον καί έπινον εν τή οικία τού αδελφού αυτών τού πρεσβυτέρου. Καί ιδού άγγελος ήλθε πρός Ιώβ, καί είπεν αυτώ. Τά ζεύγη τών βοών ηροτρία, καί αι θήλειαι όνοι εβόσκοντο εχόμεναι αυτών, καί ελθόντες οι αιχμαλωτεύοντες, ηχμαλώτευσαν αυτάς, καί τούς παίδας απέκτειναν εν στόματι μαχαίρας, σωθείς δε εγώ μόνος, ήλθον τού απαγγείλαί σοι. Έτι τούτου λαλούντος, ήλθεν έτερος άγγελος πρός Ιώβ, καί είπε. Πύρ έπεσεν εκ τού ουρανού επί τήν γήν, καί κατέκαυσε τά πρόβατα, καί τούς ποιμένας κατέκαυσεν ομοίως, καί σωθείς εγώ μόνος, ήλθον τού απαγγείλαί σοι. Έτι τούτου λαλούντος, ήλθεν έτερος άγγελος πρός Ιώβ, καί λέγει αυτώ. Οι ιππείς εποίησαν ημίν αρχάς τρείς, καί εκύκλωσαν τάς καμήλους, καί ηχμαλώτευσαν αυτάς, καί τούς παίδας απέκτειναν εν μαχαίραις, εσώθην δέ εγώ μόνος, καί ήλθον τού απαγγείλαί σοι. Έτι τούτου λαλούντος, άλλος άγγελος έρχεται πρός Ιώβ, λέγων. Τών υιών σου καί τών θυγατέρων σου εσθιόντων καί πινόντων παρά τώ υιώ σου, τώ αδελφώ αυτών τώ πρεσβυτέρω, εξαίφνης πνεύμα μέγα ήλθεν από τής ερήμου, καί ήψατο τών τεσσάρων γωνιών τής οικίας, καί έπεσεν η οικία επί τά παιδία σου, καί ετελεύτησαν, καί εσώθην εγώ μόνος, καί ήλθον τού απαγγείλαί σοι. Ούτως ακούσας Ιώβ, αναστάς διέρρηξε τά ιμάτια αυτού, καί εκείρατο τήν κόμην τής κεφαλής αυτού, καί πεσών χαμαί προσεκύνησε τώ Κυρίω, καί είπεν, Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός καί απελεύσομαι εκεί, ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο, ως τώ Κυρίω έδοξεν, ούτω καί εγένετο, είη τό όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τούς αιώνας. Εν τούτοις πάσι τοίς συμβεβηκόσιν αυτώ, ουδέν ήμαρτεν Ιώβ έναντι Κυρίου, ουδέ εν τοίς χείλεσιν αυτού, καί ουκ έδωκεν αφροσύνην τώ Θεώ.

 

Τό Ευαγγέλιον

Κατά Ματθαίον

Είπεν ο Κύριος, Περί τής ημέρας εκείνης...

 

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

ΕΙΣ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ

 

Ψάλλομεν τό Τριώδιον,

Ποίημα Ανδρέου Κρήτης

Ωδή γ' Ήχος β' Ο Ειρμός

Στειρωθέντα μου τόν νούν, καρποφόρον ο Θεός, ανάδειξόν με, γεωργέ τών καλών, φυτουργέ τών αγαθών, τή ευσπλαγχνία σου.

 

Συντελείας ο καιρός, επιστρέψωμεν λοιπόν, Χριστός διδάσκει, ήξει γάρ εν ριπή, ήξει καί ου χρονιεί, κρίναι τόν Κόσμον αυτού.

 

Τό αθρόον τής αυτού, παρουσίας ο Χριστός, δηλών ειρήκει, τήν τού Νώε ποτέ, απροσδόκητον φθοράν, επενεχθείσαν τή γή.

 

Ηνεώχθη ο νυμφών, ευτρεπίσθη σύν αυτώ, ο θείος γάμος, ο Νυμφίος εγγύς, προσκαλούμενος ημάς, ετοιμασθώμεν λοιπόν.

 

Η τού Σίμωνος σκηνή, τόν αχώρητον παντί, εχώρησέ σε, Ιησού Βασιλεύ, καί Γυνή αμαρτωλός, μύρω σε ήλειψεν.

 

Ευωδίας μυστικής, πληρουμένη η Γυνή, τής πρίν ερρύσθη, δυσωδίας Σωτήρ, τών πολλών αμαρτιών, μύρον γάρ βρύεις ζωής.

 

Επουράνιος τροφή, τών πεινώντων η ζωή, αυτός υπάρχων, ειστιάθης Χριστέ, τοίς ανθρώποις προδεικνύς, σήν συγκατάβασιν.

 

Ο αγνώμων μαθητής, αθετήσας σε Χριστέ, τήν σπείραν όλην, τών ανόμων λαβών, συνεκίνει κατά σού, εις προδοσίαν τραπείς.

Δόξα...

Σύν Πατρί σε τόν Υιόν, καί τό Πνεύμα τό ευθές, τήν μίαν φύσιν, προσκυνώ, καί ανυμνώ, τοίς προσώποις διαιρών, καί τή ουσία ενών.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Η τεκούσά σε Αμνάς, τόν ποιμένα καί αμνόν, αεί πρεσβεύει, Ιησού ο Θεός, υπέρ πάντων γηγενών, τών πιστευόντων εις σέ.

 

Κάθισμα Ήχος α'

Χορός Αγγελικός

Ιδού τό πονηρόν, βουλευτήριον όντως, συνήκται δυσμενώς, ως κριτόν κατακρίναι, τόν άνω καθεζόμενον, ως κριτήν πάντων Κύριον, νύν αθροίζεται, σύν τώ Πιλάτω Ηρώδης, Άννας άμα τε, καί Καϊάφας ετάσαι, τόν μόνον μακρόθυμον.

 

Ωδή η' Ο Ειρμός

Τόν εν τή βάτω Μωσεί, τής Παρθένου τό θαύμα, εν Σιναίω τώ όρει, προτυπώσαντα ποτέ, υμνείτε ευλογείτε, καί υπερυψούτε, εις πάντας τούς αιώνας. (Δίς)

 

Ουκ αγνοών τόν καιρόν, τής ημών συντελείας, ο κρατών τούς αιώνας, τήν ημέραν αγνοείν, προέφησεν εκείνην, αλλ' όρους πάσι τιθείς, πρός μετριοφροσύνην.

 

Όταν καθίσης κριτής, αφορίζων ως είπας, ο ποιμήν τών προβάτων, τά ερίφια Σωτήρ, τής στάσεως εκείνης, μή υστερήσης ημάς, τής θείας δεξιάς σου.

 

Σύ εί τό Πάσχα ημών, ο τυθείς υπέρ πάντων, ως αμνός καί θυσία, καί πταισμάτων ιλασμός, καί σού τά θεία Πάθη, υπερυψούμεν Χριστέ, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Μύλωνι έοικέ σοι, καί αγρώ καί οικία, πάς ο βίος ψυχή μου, διό κτήσαι εις Θεόν, ετοίμην τήν καρδίαν, ίνα μηδέν τής φθοράς, τή σαρκί καταλίπης.

 

Ου Φαρισαίοις Σωτήρ, ου τώ Σίμωνι μόνω, κατηξίωσας άμα, εις εστίασιν ελθείν, αλλ' ήδη καί τελώναι, ομού καί πόρναι, τήν σήν, αντλούσιν ευσπλαγχνίαν.

 

Φιλαργυρίας ερών, ο προδότης Ιούδας, κενωθέντος τού μύρου, εμελέτησε λοιπόν, τήν πράσιν τού Δεσπότου, καί πρός ανόμους ελθών, τήν τιμήν συνεφώνει.

 

Ώ μακαρίων χειρών, ώ τριχών καί χειλέων, τών τής σώφρονος Πόρνης! αίς επέχεε Σωτήρ, τό μύρον πρός σούς πόδας, εκμασσομένη αυτούς, πυκνώς καταφιλούσα, νακειμένω Γυνή, επιστάσά σοι Λόγε, πρός τούς πόδας θρηνούσα, τό αλάβαστρον Σωτήρ, τού μύρου κατεκένου, επί τήν σήν κεφαλήν, τού αθανάτου μύρου.

Δόξα...

Σύν τώ Πατρί τόν Υιόν, καί τό άγιον Πνεύμα, τήν αγίαν Τριάδα, εν θεότητι μιά, δοξάζομεν βοώντες. Άγιος, Άγιος, Άγιος εί εις τούς αιώνας.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Ταίς ικεσίαις Σωτήρ, τής αχράντου Μητρός σου, καί τών σών Αποστόλων, τά ελέη σου ημίν, κατάπεμψον πλουσίως, καί τήν ειρήνην τήν σήν, παράσχου τώ λαώ σου.

 

Ωδή θ' Ο Ειρμός

Τήν υπερφυώς σαρκί, συλλαβούσαν εν γαστρί, τον εκ Πατρός αχρόνως, προεκλάμψαντα Λόγον, τήν μόνην Θεοτόκον, μεγαλύνομεν πιστώς. (Δίς)

 

Εργασίας ο καιρός, σωτηρίας ο σκοπός, τό τάλαντον λαβούσα, τήν αρχαίαν εικόνα, ψυχή μου εμπορεύου, τήν αιώνιον ζωήν.

 

Ως λαμπάδας φωτεινάς, κοσμηθέντες τάς ψυχάς, τώ Νυμφίω χωρούντι, πρός τόν άφθαρτον γάμον, πρό τού τήν θύραν κλείσαι, συνεισέλθωμεν αυτώ.

 

Δείξαι θέλων Ιησού, τό υπερφυες τής σής, ταπεινώσεως πάσιν, ειστιάθης εν οίκω, τού Σίμωνος δειπνήσας, τών πεινώντων η τροφή.

 

Άρτος ών ζωοποιός, ειστιάθης Ιησού, Σίμωνι Φαρισαίω, ίνα Πόρνη κερδήση, τήν άπρατόν σου χάριν, τού μύρου τή κενώσει.

 

Χείρες εμοί ρυπαραί, χείλη πόρνης εν εμοί, άναγνός μου ο βίος, εφθαρμένα τά μέλη, αλλ' άνες μοι καί άφες, βοά Πόρνη τώ Χριστώ.

 

Επιστάσα η Γυνή πρός τούς πόδας σου Σωτήρ, επέχεε τό μύρον, ευωδίας πληρούσα καί μύρου πληρουμένη, τού τών έργων ιλασμού.

 

Αρωμάτων ευπορώ, αρετών δέ απορώ, ά έχω σοι προσάγω, δός αυτός άπερ έχεις καί άνες μοι καί άφες, βοά Πόρνη τώ Χριστώ.

 

Μύρον παρ' εμοί φθαρτόν, μύρον παρά σοί ζωής, μύρον γάρ όνομά σοι, κενωθέν τοίς αξίοις, αλλ' άνες μοι καί άφες, βοά Πόρνη τώ Χριστώ.

Δόξα...

Άναρχος εί ο Πατήρ, άκτιστος εί ο Υιός, σύνθρονον καί τό Πνεύμα, έν τά τρία τή φύσει, καί τρία τοίς προσώποις, είς Θεός αληθινός.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Θεοτόκε η ελπίς, τών τιμώντων σε αεί, μή παύση δυσωπούσα, τόν εκ σού γεννηθέντα, ρυσθήναί με κινδύνων, καί παντοίων πειρασμών.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Τροπάριον

Ήχος πλ. δ'

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τώ μέσω τής νυκτός, καί μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δέ πάλιν, όν ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ούν ψυχή μου, μή τώ ύπνω κατενεχθής, ίνα μή τώ θανάτω παραδοθής, καί τής Βασιλείας έξω κλεισθής, αλλά ανάνηψον κράζουσα. Άγιος, Άγιος, Άγιος εί ο Θεός, διά τής Θεοτόκου, ελέησον ημάς. (εκ γ' )

 

Μετά τήν α' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα Ήχος γ'

Τήν ωραιότητα

Πόρνη προσήλθέ σοι, μύρα σύν δάκρυσι, κατακενούσά σου ποσί Φιλάνθρωπε, καί δυσωδίας τών κακών, λυτρούται τή κελεύσει σου, πνέων δέ τήν χάριν σου, μαθητής ο αχάριστος, ταύτην αποβάλλεται, καί βορβόρω συμφύρεται, φιλαργυρία απεμπολών σε. Δόξα Χριστέ τή ευσπλαγχνία σου.

 

Δόξα... Καί νύν... Πάλιν τό αυτό

 

Μετα τήν β' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα Ήχος δ'

Ταχύ προκατάλαβε

Ιούδας ο δόλιος, φιλαργυρίας ερών, προδούναί σε Κύριε, τόν θησαυρόν τής ζωής, δολίως εμελέτησεν. Όθεν και παροινήσας, τρέχει πρός Ιουδαίους, λέγει τοίς παρανόμοις. Τί μοι θέλετε δούναι, καγώ παραδώσω υμίν, εις τό σταυρώσαι αυτόν;

 

Δόξα... Καί νύν... Πάλιν τό αυτό

 

Μετά τήν γ' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα Ήχος α'

Τόν τάφον σου Σωτήρ

Η Πόρνη εν κλαυθμώ, ανεβόα οικτίρμον, εκμάσσουσα θερμώς, τούς αχράντους σου πόδας, θριξί τής κεφαλής αυτής, καί εκ βάθους στενάζουσα. Μή απώση με, μηδέ βδελύξη Θεέ μου, αλλά δέξαι με, μετανοούσαν, καί σώσον, ως μόνος φιλάνθρωπος.

 

Δόξα... Καί νύν... πάλιν τό αυτό

 

Τό κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον

Τώ καιρώ εκείνω, εμαρτύρει ο όχλος...

 

Ωδή γ' Ήχος β'

Ο Ειρμός

Τής Πίστεως εν πέτρα με στερεώσας, επλάτυνας τό στόμα μου επ' εχθρούς μου, ευφράνθη γάρ τό πνεύμά μου εν τώ ψάλλειν, ουκ έστιν άγιος, ως ο Θεός ημών, καί ουκ έστι δίκαιος, πλήν σου Κύριε.

 

Εν κενοίς τό συνέδριον τών ανόμων, καί γνώμη συναθροίζεται κακοτρόπω, κατάκριτον τόν ρύστην σε αποφήναι Χριστέ, ώ ψάλλομεν. Σύ εί Θεός ημών, καί ουκ έστιν άγιος, πλήν σου Κύριε.

 

Τό δεινόν βουλευτήριον τών ανόμων, σκέπτεται, θεομάχου ψυχής υπάρχον, ως δύσχρηστον τόν δίκαιον αποκτείναι, Χριστόν, ώ ψάλλομεν Σύ εί Θεός ημών, καί ουκ έστιν άγιος, πλήν σου Κύριε.

Καταβασία

Τής Πίστεως εν πέτρα με στερεώσας, επλάτυνας τό στόμα μου επ' εχθρούς μου, ευφράνθη γάρ τό πνεύμά μου εν τώ ψάλλειν, ουκ έστιν άγιος, ως ο Θεός ημών, καί ουκ έστι δίκαιος, πλήν σου Κύριε.

 

Κοντάκιον Ήχος δ'

Ο υψωθείς

Υπέρ τήν Πόρνην Αγαθέ ανομησας, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι προσήξα, αλλά σιγή δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθω ασπαζόμενος, τούς αχράντους σου πόδας, όπως μοι τήν άφεσιν, ως Δεσπότης παράσχης, τών οφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Εκ τού βορβόρου τών έργων μου ρύσαί με.

Ο Οίκος

Ο μετά τρίτον ουρανον

Η πρώην άσωτος Γυνή, εξαίφνης σώφρων ώφθη, μισήσασα τα έργα, τής αισχράς αμαρτίας, καί ηδονάς τού σώματος, διενθυμουμένη τήν αισχύνην τήν πολλήν, καί κρίσιν τής κολάσεως, ήν υποστώσι πόρνοι καί άσωτοι, ών περ πρώτος πέλω, καί πτοούμαι, αλλ' εμμένω τή φαύλη συνηθεία ο άφρων, η Πόρνη δε γυνή, καί πτοηθείσα, καί σπουδάσασα ταχύ, ήλθε βοώσα πρός τόν Λυτρωτήν. Φιλάνθρωπε καί οικτίρμον, εκ τού βορβόρου τών έργων μου ρύσαί με.

 

Συναξάριον

Τή αγία καί μεγάλη Τετάρτη, τής αλειψάσης τόν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι πρό τού σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονε.

Στίχοι

          Γυνή, βαλούσα σώματι Χριστού μύρον,

          Τήν Νικοδήμου προύλαβε σμυρναλόην.

 

Αλλ' ο τώ, νοητώ μυρω χρισθείς, Χριστέ ο Θεός, τών επιρρύτων παθών ελευθέρωσον, καί ελέησον ημάς, ως μόνος άγιος, καί φιλάνθρωπος. Αμήν.

 

Ωδή η' Ο Ειρμός

Ρήμα τυράννου, επεί υπερίσχυσεν, επταπλασίως κάμινος, εξεκαύθη ποτέ, εν ή Παίδες ουκ εφλέχθησαν, βασιλέως πατήσαντες δόγμα, αλλ' εβόων. Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Αποκενούσα, Γυνή μύρον έντιμον, δεσποτική καί θεία, φρικτή κορυφή, Χριστέ τών ιχνών σου επελάβετο, τών αχράντων, κεχραμέναις παλάμαις, καί εβόα. Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Δάκρυσι πλύνει, τούς πόδας υπεύθυνος, αμαρτίαις τού πλάσαντος, καί εκμάσσει θριξί, διό τών εν βίω ου διήμαρτε, πεπραγμένων τής απολυτρώσεως, αλλ' εβόα. Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Ιερουργείται, τό λύτρον ευγνώμονι, εκ σωτηρίων σπλάγχνων τε, καί δακρύων πηγής, εν ή διά τής εξαγορεύσεως, εκπλυθείσα ου κατησχύνετο, αλλ' εβόα. Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

Αινούμεν, ευλογούμεν, καί προσκυνούμεν τόν Κύριον

Καταβασία

Ρήμα τυράννου, επεί υπερίσχυσεν, επταπλασίως κάμινος, εξεκαύθη ποτέ, εν ή Παίδες ουκ εφλέχθησαν, βασιλέως πατήσαντες δόγμα, αλλ' εβόων. Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Ωδή θ' Ο Ειρμός

Ψυχαίς καθαραίς, καί αρρυπώτοις χείλεσι, δεύτε μεγαλύνωμεν τήν ακηλίδωτον, καί υπέραγνον Μητέρα τού Εμμανουήλ, δι' αυτής τώ εξ αυτής, προσφέροντες πρεσβείαν τεχθέντι. Φείσαι τών ψυχών ημών, Χριστέ ο Θεός, καί σώσον ημάς.

 

Αγνώμων φανείς, καί πονηρός ζηλότυπος, δώρον αξιόθεον λογοπραγεί, δι' ού οφειλέσιον ελύθη αμαρτημάτων, καπηλεύων ο δεινός, Ιούδας τήν φιλόθεον χάριν. Φείσαι τών ψυχών ημών, Χριστέ ο Θεός, καί σώσον ημάς.

 

Λέγει πορευθείς, τοίς παρανόμοις άρχουσι. Τί μοι δούναι θέλετε καγώ Χριστόν υμίν, τόν ζητούμενον, τοίς θέλουσι παραδώσω; οικειότητα Χριστού, Ιούδας αντωσάμενος χρυσού. Φείσαι τών ψυχών ημών, Χριστέ ο Θεός, καί σώσον ημάς.

 

Ώ πηρωτικής, φιλαργυρίας άσπονδε! λήθης όθεν έτυχες, ότι ψυχής, ουδ' ός ισοστάσιος ο Κόσμος, ως εδιδάχθης, απογνώσει γάρ σαυτόν, εβρόχισας ανάψας προδότα. Φείσαι τών ψυχών ημών, Χριστέ ο Θεός, καί σώσον ημάς.

Καταβασία

Ψυχαίς καθαραίς, καί αρρυπώτοις χείλεσι, δεύτε μεγαλύνωμεν τήν ακηλίδωτον, καί υπέραγνον Μητέρα τού Εμμανουήλ, δι' αυτής τώ εξ αυτής, προσφέροντες πρεσβείαν τεχθέντι. Φείσαι τών ψυχών ημών, Χριστέ ο Θεός, καί σώσον ημάς.

 

Εξαποστειλάριον

Ήχος γ'

Τόν νυμφώνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, καί ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ, λάμπρυνόν μου τήν στολήν τής ψυχής, Φωτοδότα καί σώσόν με. (εκ γ')

 

Εις τούς Α ί ν ο υ ς

Ιδιόμελα Ήχος α'

Σέ τόν τής Παρθένου Υιόν, Πόρνη επιγνούσα Θεόν έλεγεν, εν κλαυθμώ δυσωπούσα, ως δακρύων άξια πράξασα. Διάλυσον τό χρέος, ως καγώ τούς πλοκάμους, αγάπησον φιλούσαν, τήν δικαίως μισουμένην, καί πλησίον τελωνών σε κηρύξω, Ευεργέτα φιλάνθρωπε.

 

Τό πολυτίμητον μύρον, η Πόρνη έμιξε μετά δακρύων, καί εξέχεεν εις τούς αχράντους πόδας σου, καταφιλου σα, εκείνην ευθύς εδικαίωσας, ημίν δε συγχώρησιν δώρησαι, ο παθών υπέρ ημών, καί σώσον ημάς.

 

Ότε η αμαρτωλός, προσέφερε τό μύρον, τότε ο μαθητής, συνεφώνει τοίς παρανόμοις, η μέν έχαιρε κενούσα τό πολύτιμον, ο δέ έσπευδε πωλήσαι τόν ατίμητον, αύτη τόν Δεσπότην επεγίνωσκεν, ούτος τού Δεσπότου εχωρίζετο, αύτη ηλευθερούτο, καί ο Ιούδας δούλος εγεγόνει τού εχθρού, δεινόν η ραθυμία! μεγάλη η μετάνοια! ήν μοι δώρησαι Σωτήρ, ο παθών υπέρ ημών, καί σώσον ημάς.

 

Ώ τής Ιούδα αθλιότητος! εθεώρει τήν Πόρνην φιλούσαν τά ίχνη, καί εσκέπτετο δόλω, τής προδοσίας τό φίλημα, εκείνη τούς πλοκάμους διέλυσε, καί ούτος τώ θυμώ εδεσμείτο, φέρων αντί μύρου, τήν δυσώδη κακίαν, φθόνος γάρ ουκ οίδε, προτιμάν τό συμφέρον. Ώ τής Ιούδα αθλιότητος! αφ' ής ρύσαι ο Θεός τάς ψυχάς ημών.

Δόξα... Ήχος β'

Η αμαρτωλός έδραμε πρός τό μύρον πριάσασθαι, πολύτιμον μύρον, τού μυρίσαι τόν ευεργέτην, καί τώ μυρεψώ εβόα. Δός μοι τό μύρον, ίνα αλείψω καγώ τόν εξαλείψαντά μου πάσας τάς αμαρτίας.

Καί νύν... Ήχος πλ. β'

Η βεβυθισμένη τή αμαρτία, εύρέ σε λιμένα τής σωτηρίας, καί μύρον συν δάκρυσι κενούσά σοι εβόα. Ίδε ο τών αμαρτανόντων τήν μετάνοιαν φέρων, αλλά Δέσποτα διάσωσόν με, εκ τού κλύδωνος τής αμαρτίας, διά τό μέγα σου έλεος.

 

Εις τά Απόστιχα

Ιδιόμελα Ήχος πλ. β'

Σήμερον ο Χριστός, παραγίνεται εν τή οικία τού Φαρισαίου, καί γυνή αμαρτωλός προσελθούσα, τοίς ποσίν εκυλινδούτο βοώσα. Ίδε τήν βεβυθισμένην τή αμαρτία, τήν απηλπισμένην διά τάς πράξεις, τήν μή βδελυχθείσαν παρά τής σής αγαθότητος, καί δός μοι Κύριε, τήν άφεσιν τών κακών, καί σώσόν με.

 

Ήπλωσεν η Πόρνη, τάς τρίχας σοι τώ Δεσπότη, ήπλωσεν Ιούδας, τάς χείρας τοίς παρανόμοις, η μέν, λαβείν τήν άφεσιν, ο δέ, λαβείν αργύρια. Διό σοι βοώμεν, τώ πραθέντι καί ελευθερώσαντι ημάς, Κύριε δόξα σοι.

 

Προσήλθε Γυνή δυσώδης καί βεβορβορωμένη, δάκρυα προχέουσα ποσί σου Σωτήρ, τό Πάθος καταγγέλλουσα. Πώς ατενίσω σοι τώ Δεσπότη; αυτός γάρ ελήλυθας, σώσαι πόρνην, εκ βυθού θανούσάν με ανάστησον, ο τόν Λάζαρον εγείρας, εκ τάφου τετραήμερον, δέξαι μέ τήν τάλαιναν, Κύριε καί σώσόν με.

 

Η απεγνωσμένη διά τόν βίον, καί επεγνωσμένη διά τόν τρόπον, τό μύρον βαστάζουσα, προσήλθέ σοι βοώσα. Μή με τήν πόρνην απορρίψης, ο τεχθείς εκ Παρθένου, μή μου τά δάκρυα παρίδης, η χαρά τών Αγγέλων, αλλά δέξαι με μετανοουσαν, ήν ουκ απώσω αμαρτάνουσαν Κύριε, διά τό μέγα σου έλεος.

Δόξα... Καί νύν... Ιδιόμελον

Ήχος πλ. δ'

Ποίημα Κασσιανής Μοναχής

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή, τήν σήν αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι, πρό τού ενταφιασμού κομίζει. Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε καί ασέληνος, έρως τής αμαρτίας. Δέξαι μου τάς πηγάς τών δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων τής θαλάσσης τό ύδωρ, κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τής καρδίας, ο κλίνας τούς ουρανούς, τή αφάτω σου κενώσει, καταφιλήσω τούς αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δέ πάλιν, τοίς τής κεφαλής μου βοστρύχοις, ών εν τώ Παραδείσω Εύα τό δειλινόν, κρότον τοίς ωσίν ηχηθείσα, τώ φόβω εκρύβη. Αμαρτιών μου τά πλήθη καί κριμάτων σου αβύσσους, τίς εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μή με τήν σήν δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων τό έλεος.

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΘΕΚΤΗΝ

 

Τροπάριον τής Προφητείας

Ήχος β'

Σήμερον τό πονηρόν συνήχθη συνέδριον, καί κατά σού κενά εμελέτησε, σήμερον εκ συμφώνου, τόν βρόχον Ιούδας αρραβωνίζεται. Καϊάφας δέ άκων ομολογεί, ότι είς υπέρ πάντων αναδέχη τό πάθος εκούσιον. Λυτρωτά ημών, Χριστέ ο Θεός δόξα σοι.

 

Δόξα... Καί νύν... Τό αυτό

 

Προκείμενον Ήχος πλ. δ' Ψαλμός ρλγ'

Ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών, ο ποιήσας τόν ουρανόν καί τήν γήν.

Στίχ. Ιδού δή, ευλογείτε τόν Κύριον πάντες οι δούλοι Κυρίου.

Προφητείας Ιεζεκιήλ τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. Β', 3 - Γ', 3)

Είπε Κύριος πρός με. Υιέ ανθρώπου, εξαποστελώ εγώ σε πρός τούς υιούς Ισραήλ, τούς παραπικραίνοντάς με, οί τινες παρεπίκρανάν με, αυτοί καί οι πατέρες αυτών ηθέτησαν εις εμέ, έως, τής σήμερον ημέρας, καί υιοί σκληροπρόσωποι, καί στερεοκάρδιοι εγένοντο. Εγώ αποστελώ σε αυτούς, καί ερείς. Τάδε λέγει Κύριος. Εάν πρός άρα ακούσωσιν, ή πτοηθώσι, διότι, οίκος παραπικραίνων εστί, καί γνώσονται, ότι προφήτης εί σύ εν μέσφ αυτών. Καί σύ, υιέ ανθρώπου, μή φοβηθής αυτούς, μηδέ εκστής από προσώπου αυτών, διο' τι παροιστρήσουσι, καί επιστήσονται επί σέ κύκλω, καί εν μέσω σκορπίων σύ κατοικείς, τούς λόγους αυτών μή φοβηθής, καί από προσώπου αυτών μή εκστής, διότι οίκος παραπικραίνων εστί, καί λαλήσεις τούς λόγους μου πρός αυτούς, εάν άρα ακούσωσιν ή πτοηθώσιν, ότι οίκος παραπικραίνων εστί. Καί σύ, υιέ ανθρώπου, άκουε τού λαλούντος πρός σέ, καί μή γίνου παραπικραίνων, καθώς ο οίκος ο παραπικραίνων, χάνε τό στόμα σου καί φάγε, ά εγώ δίδωμί σοι. Καί είδον, καί ιδού χείρ εκτεταμένη πρός με, καί εν αυτή κεφαλίς βιβλίου, καί ανείλισσεν αυτήν ενώπιόν μου, καί ήν εν αυτή γεγραμμένα τά έμπροσθεν, καί τά όπισθεν, καί εγέγραπτο εν αυτή θρήνος, καί μέλος, καί ουαί. Καί είπε πρός με. Υιέ ανθρώπου, κατάφαγε τήν κεφαλίδα ταύτην, καί πορεύθητι καί λάλησον τοίς υιοίς Ισραήλ. Καί διήνοιξε τό στόμα μου καί εψώμισέ με τήν κεφαλίδα ταύτην, καί είπε πρός με. Υιέ ανθρώπου, τό στόμα σου φάγεται, καί η κοιλία σου πλησθήσεται τής κεφαλίδος ταύτης, τής δεδομένης εις σέ. Καί έφαγον αυτήν, καί εγένετο εν τώ στόματί μου ως μέλι γλυκάζον.

Προκείμενον Ήχος β' Ψαλμός ρλδ'

Οι φοβούμενοι τόν Κύριον, ευλογήσατε τόν Κύριον.

Στίχ. Αινείτε τό όνομα Κυρίου αινείτε δούλοι Κύριον.