ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ

 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

 

ΤΗ ΚΥΡIΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

 

Ε Σ Π Ε Ρ Α Σ

 

(Σημαίνει ταχύτερον διά τήν τής γονυκλισίας Ακολουθίαν)

 

Μετά τόν Προοιμιακόν ψαλμόν, Συναπτή μεγάλη υπό τού Διακόνου, ει έστιν, είδε μή, υπό τού Ιερέως.

 

        Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν.

        Υπέρ της άνωθεν ειρήνης, και της σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

        Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ευσταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών, και της των πάντων ενώσεως, του Κυρίου δεηθώμεν.

        Υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών (δείνου) του τιμίου πρεσβετερίου, της εν Χριστώ διακονίας, παντός του Κλήρου και του Λαού, του Κυρίου δεηθώμεν.

        Υπέρ του ευσεβούς ημών Έθνους, πάσης Αρχής και Εξουσίας εν αυτώ, του κατά ξηράν θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών στρατού, του Κυρίου δεηθώμεν.

          Υπέρ τού περιεστώτος λαού, τού απεκδεχομέμου τήν χάριν τού αγίου Πνεύματος, τού Κυρίου δεηθώμεν.

          Υπέρ τών κλινόντων τάς καρδίας αυτών ενώπιον Κυρίου, καί τά γόνατα, τού Κυρίου δεηθώμεν.

          Υπέρ τού ενισχυθήναι ημάς πρός τελείωσιν ευαρεστήσεως, τού Κυρίου δεηθώμεν.

          Υπέρ τού καταπεμφθήναι πλούσια τά ελέη αυτού εφ' ημάς, τού Κυρίου δεηθώμεν.

          Υπέρ τού δεχθήναι τήν γονυκλισίαν ημών, ως θυμίαμα ενώπιον αυτού, τού Κυρίου δεηθώμεν.

          Υπέρ τών χρηζόντων τής πάρ' αυτού βοηθείας, τού Κυρίου δεηθώμεν.

        Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης, του Κυρίου δεηθώμεν.

        Αντιλαβού, σώσον, ελέησον και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη ση χάριτι.

        Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Εκφώνησις παρά τού Ιερέως

Ότι πρέπει σοι, πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Εις τό, Κύριε εκέκραξα... ιστώμεν Στίχ. ς' καί ψάλλομεν τά παρόντα Στιχηρά Ιδιόμελα γ', δευτερούντες αυτά.

 

Ήχος δ'

Παράδοξα σήμερον, είδον τά έθνη πάντα εν πόλει Δαυϊδ, ότε τό Πνεύμα κατήλθε τό Άγιον εν πυρίναις γλώσσαις, καθώς ο θεηγόρος Λουκάς απεφθέγξατο. Φησί γάρ, Συνηγμένων τών Μαθητών τού Χριστού, εγένετο ήχος, καθάπερ φερομένης βιαίας πνοής, καί επλήρωσε τόν οίκον, ού ήσαν καθήμενοι, καί πάντες ήρξαντο φθέγγεσθαι, ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι, ξένοις διδάγμασι, τής αγίας Τριάδος. (Δίς)

 

Τό Πνεύμα τό άγιον, ήν μέν αεί, καί έστι, καί έσται, ούτε αρξάμενον, ούτε παυσόμενον, αλλ' αεί Πατρί καί Υιώ συντεταγμένον, καί συναριθμούμενον, ζωή, καί ζωοποιούν, φώς, καί φωτός χορηγόν, αυτάγαθον, καί πηγή αγαθότητος, δι' ού Πατήρ γνωρίζεται, καί Υιός δοξάζεται, καί παρά πάντων γινώσκεται, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις, τής αγίας Τριάδος. (Δίς)

 

Τό Πνεύμα τό άγιον, φώς, καί ζωή, καί ζώσα πηγή νοερά, Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρρν τά πταίσματα, Θεός, καί θεοποιούν, πύρ, εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τά χαρίσματα, δι' ού Προφήται άπαντες, καί Θεού Απόστολοι, μετά Μαρτύρων εστέφθησαν, Ξένον άκουσμα, ξένον θέαμα, πύρ διαιρούμενον, εις νομάς χαρισμάτων. (Δίς)

Δόξα... Καί νύν... Ήχος πλ. β'

Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, τό Πνεύμα τής αληθείας, ο πανταχού παρών, καί τά πάντα πληρών, ο θησαυρός τών αγαθών, καί ζωής χορηγός, ελθέ, καί σκήνωσον εν ημίν, καί καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, καί σώσον αγαθέ τάς ψυχάς ημών.

 

Ιερεύς Σοφία Ορθοί !

 

Χόρος Φώς ιλαρόν αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάρκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί τήν ηλίου δύσιν, ιδόντες φώς εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν, καί άγιον Πνεύμα Θεόν. Άξιόν σε εν πάσι καιροίς, υμνείσθαι φωναίς αισαίς, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, Διό ο κόσμος σέ δοξάζει.

 

Διάκονος Εσπέρας Προκείμενον!

 

Προκείμενον Ήχος βαρύς

Τίς Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών, σύ εί ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος.

Στίχ. α'. Εγνώρισας έν τοίς λαοίς τήν δύναμίν σου.

          Τίς Θεός μέγας...

Στίχ. β'. καί είπα. Νύν ηρξάμην, αύτη η αλλοίωσις τής δεξιάς τού υψίστου.

          Τίς Θεός μέγας...

Στίχ. γ.' Εμνήσθην τών έργων Κυρίου, ότι μνησθήσομαι από τής αρχής τών θαυμασίων σου.

          Τίς Θεός μέγας...

 

Ο Διάκονος

Έτι καί έτι, κλίναντες τά γόνατα, τού Κυρίου δεηθώμεν.

 

Καί ημών κλινόντων τά γόνατα επί γής, καί ασκεπών όντων, αναγινώσκει ο Ιερεύς τάς Ευχάς από τού βήματος μεγαλοφώνως εις επήκοον πάντων.

 

Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακαταληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε Κύριε, ο μόνος έχων αθανασίαν, φώς οικών απρόσιτον, ο ποιήσας τόν ουρανόν, καί τήν γήν, καί τήν θάλασσαν, καί πάντα τά δημιουργηθέντα εν αυτοίς, ο πρό τού αιτείσθαι τοίς πάσι τάς αιτήσεις παρέχων. Σού δεόμεθα, καί σέ παρακαλούμεν, Δέσποτα φιλάνθρωπε, τόν Πατέρα τού Κυρίου, καί Θεού, καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, τού δι' ημάς τούς ανθρώπους, καί διά τήν ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντος εκ τών ουρανών, καί σαρκωθέντος εκ Πνεύματος αγίου καί Μαρίας τής αειπαρθένου, καί ενδόξου, Θεοτόκου. ός πρότερον μέν λόγοις διδάσκων, ύστερον δέ καί έργοις υποδεικνύς, ηνίκα τό σωτήριον υφίστατο πάθος, παρέσχεν ημίν υπογραμμόν τοίς ταπεινοίς, καί αμαρτωλοίς, καί αναξίοις δούλοις σου, δεήσεις προσφέρειν, εν αυχένος καί γονάτων κλίσεσιν, υπέρ τών ιδίων αμαρτημάτων, καί τών τού λαού αγνοημάτων. Αυτός ούν, πολυέλεε καί φιλάνθρωπε, επάκουσον ημών, εν ή άν ημέρα επικαλεσώμεθά σε εξαιρέτως δέ, εν τή ημέρα ταύτη τής Πεντηκοστής, εν ή, μετά τό αναληφθήναι τόν Κύριον ημών, Ιησούν Χριστόν εις τούς ουρανούς, καί καθεσθήναι εν δεξιά σού τού Θεού καί Πατρός, κατέπεμψε τό άγιον Πνεύμα επί τούς αγίους αυτού μαθητάς καί Αποστόλους, ο καί εκάθισεν εφ' ένα έκαστον αυτών καί επλήσθησαν άπαντες τής ακενώτου χάριτος αυτού, καί ελάλησαν ετέραις γλώσσαις τά μεγαλείά σου, καί προεφήτευσαν. Νύν ούν δεομένων επάκουσον ημών, καί μνήσθητι ημών τών ταπεινών, καί κατακρίτων, καί επίστρεψον τήν αιχμαλωσίαν τών ψυχών ημών, τήν οικείαν συμπάθειαν έχων υπέρ ημών πρεσβεύουσαν. Δέξαι ημάς προσπίπτοντάς σοι, καί βοώντας τό, Ημάρτομεν. Επί σέ επερρίφημεν εκ μήτρας, από γαστρός μητρός ημών, Θεός ημών σύ εί, αλλ' ότι εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι ημών, γεγυμνώμεθα τής σής βοηθείας, εστερήμεθα από πάσης απολογίας. Αλλά θαρρούντες τοίς οικτιρμοίς σου, κράζομεν. Αμαρτίας νεότητος ημών, καί αγνοίας μή μνησθής, καί εκ τών κρυφίων ημών καθάρισον ημάς. Μή απορρίψης ημάς εις καιρόν γήρως, εν τώ εκλείπειν τήν ισχύν ημών, μή εγκαταλίπης ημάς, πρίν ημάς εις τήν γήν αποστρέψαι, αξίωσον πρός σέ επιστρέψαι, καί πρόσχες ημίν εν ευμενεία καί χάριτι. Επιμέτρησον τάς ανομίας ημών τοίς οικτιρμοίς σου, αντίθες τήν άβυσσον τών οικτιρμών σου, τώ πλήθει τών πλημμελημάτων ημών. Επίβλεψον εξ ύψους αγίου σου, Κύριε, επί τόν λαόν σου τόν περιεστώτα, καί απεκδεχόμενον τό παρά σού πλούσιον έλεος, επίσκεψαι ημάς έν τή χρηστότητί σου, ρύσαι ημάς εκ τής καταδυναστείας τού Διαβόλου, ασφάλισαι τήν ζωήν ημών τοίς αγίοις καί ιεροίς νόμοις σου, Αγγέλω πιστώ φύλακι παρακατάθου τόν λαόν σου, πάντας ημάς συνάγαγε εις τήν Βασιλείαν σου, δός συγγνώμην τοίς ελπίζουσιν επί σέ, άφες αυτοίς καί υμίν τά αμαρτήματα, καθάρισον ήμάς τή ενεργεία τού αγίου σου Πνεύματος, διάλυσον τάς καθημών μηχανάς τού εχθρού.

Επισυνάπτει καί ταύτην τήν Ευχήν

Ευλογητός εί, Κύριε, Δέσποτα παντοκράτορ, ο φωτίσας τήν ημέραν τώ φωτί τώ ηλιακώ, καί τήν νύκτα φαιδρύνας ταίς αυγαίς τού πυρός, ο τό μήκος τής ημέρας διελθείν ημάς καταξιώσας, καί προσεγγίσαι ταίς αρχαίς τής νυκτός, επάκουσον τής δεήσεως ημών, καί παντός τού λαού σου, καί πάσιν ημίν συγχωρήσας τά εκούσια καί τά ακούσια αμαρτήματα, πρόσδεξαι τάς εσπερινας ημών ικεσίας, καί κατάπεμψον τό πλήθος τού ελέους σου καί τών οικτιρμών σου επί τήν κληρονομίαν σου. Τείχισον ημάς αγίοις Αγγέλοις σου όπλισον ημάς όπλοις δικαιοσύνοις σου, περιχαράκωσον ημάς τή αληθεία σου, φρούρησον ημάς τή δυνάμει σου, ρύσαι ημάς εκ πάσης περιστάσεως, καί πάσης επιβουλής τού αντικειμένου. Παράσχου δέ ήμίν καί τήν παρούσαν εσπέραν, σύν τή επερχομένη νυκτί, τελείαν, αγίαν, ειρηνικην, αναμάρτητον, ασκανδάλιστον, αφάνταστον, καί πάσας τάς ημέρας τής ζωής ημών πρεσβείαις τής αγίάς Θεοτόκου, καί πάντων τών Αγίων τών απ' αιώνός σοι ευαρεστησάντων.

 

Ο Διάκονος

          Αντιλαβού, σώσον, ελέησον, ανάστησον καί διαφύλαξον ημάς ο Θεός, τή σή χάριτι.

          Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Ο Ιερεύς εκφώνως

Σόν γάρ εστι τό ελεείν καί σώζειν ημάς, ο Θεός ημών, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Ο Διάκονος

        Είπωμεν πάντες εξ όλης της ψ υχής και εξ όλης της διανοίας ημών είπωμεν.

        Κύριε παντοκράτορ ο Θεός των πατέρων ημών, δεόμεθά Σου, επάκουσον και ελέησον.

        Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα ελεός Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον και ελέησον.

        Έτι δεόμεθα υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών (δείνου). Έτι δεόμεθα υπέρ των αδελφών ημών, των ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων και μοναχών , και πάσης της εν Χριστώ ημών αδελφότητος.

        Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, των κατοικούντων και παρεπιδημούντων εν τη (κώνη, πόλη) ταύτη, των ενοριτών, επιτρόπων, συνδορομητών και αφειρωτών του αγίου ναού τούτου.

        Έτι δεόμεθα υπέρ των μακαρίων και αοιδίμων κτιτόρων της αγίας Εκκλησίας ταύτης, και υπέρ πάντων των προαναπαυσαμένων πατέρων και αδελφών ημών , των ενθάδε ευσεβώς, κειμένων, και απανταχού ορθοδόξων.

        Έτι δεόμεθα υπέρ των καρποφορούντων και καλλιεργούντων εν τω αγίω και πανσέπτω ναώ τούτω, κοπιώντων , ψαλλόντων και υπέρ του περιεστώτος λαού, του απεκδεχομένου το παρά Σου μέγα και πλούσιον έλεος.

 

Ο Ιερεύς τήν Εκφώνησιν.

Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν , τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Ο Διάκονος

Έτι καί έτι, κλίναντες τά γόνατα, τού Κυρίου δεηθώμεν.

 

Ο Ιερεύς επεύχεται

Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο τήν σήν ειρηνην δεδωκώς τοίς ανθρώποις, καί τήν τού παναγίου Πνεύματος δωρεάν, έτι τώ βίω καί ημίν συμπαρών, εις κληρονομίαν αναφαίρετον τοίς πιστοίς αεί παρέχων, εμφανέστερον δέ ταύτην τήν χάριν τοίς σοίς μαθηταίς καί Αποστόλοις σήμερον καταπέμψας, καί τά τούτων χείλη πυρίναις στομώσας γλώσσαις, δι' ών πάν γένος ανθρώπων τήν θεογνωσίαν, ιδία διαλέκτω, εις ακοήν ωτίου δεξάμενοι, φωτί τού Πνεύματος εφωτίσθημεν, καί τής πλάνης ως εκ σκότους απηλλάγημεν, καί τή τών αισθητών καί πυρίνων γλωσσών διανομή, καί υπερφυεί ενεργεία, τήν εις σέ πίστιν εμαθητεύθημεν, καί σέ θεολογείν, σύν τώ Πατρί καί τώ αγίω Πνεύματι, εν μιά θεότητι, καί δυνάμει, καί εξουσία κατηυγάσθημεν. Σύ ούν τό απαύγασμα τού Πατρός, ο τής ουσίας καί τής φύσεως αυτού απαράλλακτος, καί αμετακίνητος χαρακτηρ, ή πηγή τής σωτηρίας καί τής χάριτος, διάνοιξον καμού τού αμαρτωλού τά χείλη, καί διδαξόν με πώς δεί, καί υπέρ ών χρή προσεύχεσθαι. Σύ γάρ εί, ο γινώσκων τό πολύ τών αμαρτιών μου πλήθος, αλλ' η σή ευσπλαγχνία νικήσει τούτων τό άμετρον, ιδού γάρ φόβω παρίσταμαί σοι, εις τό πέλαγος τού ελέους σου τήν απόγνωσιν απορρίψας τής ψυχής μου. Κυβέρνησόν μου τήν ζωήν, ο πάσαν ρηματι τήν κτίσιν αρρήτω σοφίας δυνάμει κυβερνών, ο εύδιος τών χειμαζομένων λιμήν, καί γνώρισόν μοι οδόν, εν ή πορεύσομαι Πνεύμα σοφίας σου, τοίς εμοίς παράσχου διαλογισμοίς, Πνεύμα συνέσεως τή αφροσύνη μου εμοίς επιδωρούμενος. Πνεύμα φόβου σου τοις σκίασον έργοις καί Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοίς εγκάτοις μου, καί Πνεύματι ηγεμονικώ τό τής διανοίας μου στήριξον ολισθηρόν, ίνα καθ' εκάστην ημέραν, τώ Πνεύματί σου τώ αγαθώ, πρός τό συμφέρον οδηγούμενος, καταξιωθώ ποιείν τάς εντολάς σου, καί τής σής αεί μνημονεύειν ενδόξου, καί ερευνητικής τών πεπραγμένων ημίν παρουσίας, καί μή παρίδης με τοίς φθειρομένοις τού κόσμου εναπατάσθαι τερπνοίς, αλλά τών μελλόντων ορέγεσθαι τής απολαύσεως ενίσχυσον θησαυρών. Σύ γάρ είπας, Δέσποτα, ότι περ, όσα άν τις αιτήσηται εν τώ ονόματί σου, ακωλύτως παρά τού σού λαμβάνει συναϊδίου Θεού καί Πατρός, διό καγώ ο αμαρτωλός, εν τή επιφοιτήσει τού αγίου σου Πνεύματος, τήν σήν ικετεύω αγαθότητα. Όσα ηυξάμην, απόδος μοι εις σωτηρίαν. Ναί, Κύριε, ο πάσης ευεργεσίας πλουσιοπάροχος δοτήρ αγαθός, ότι σύ εί ο διδούς υπερεκπερισσού, ών αιτούμεθα. Σύ εί ο συμπαθής, ο ελεήμων, ο αναμαρτήτως γεγονώς τής σαρκός ημών κοινωνός, καί τοίς κάμπτουσι πρός σέ γόνυ, επικαμπτόμενος φιλευσπλάγχνως, ιλασμός τε γενόμενος τών αμαρτιών ημών. Δός δή, Κύριε, τώ λαώ σου τούς οικτιρμούς σου, επάκουσον ημών εξ ουρανού αγίου σου, αγίασον αυτούς τή δυνάμει τής σωτηρίου δεξιάς σου, σκέπασον αυτούς εν τή σκέπη τών πτερύγων σου, μή παρίδης τα έργα τών χειρών σου. Σοί μόνω αμαρτάνομεν, αλλά καί σοί μόνω λατρεύομεν, ουκ οίδαμεν προσκυνείν Θεώ αλλοτρίω, ουδέ διαπετάζειν πρός έτερον Θεόν τάς εαυτών, Δέσποτα, χείρας. Άφες ημίν τά παραπτώματα, καί προσδεχόμενος ημών τάς γονυπετείς δεήσεις, έκτεινον πάσιν ημίν χείρα βοηθείας, πρόσδεξαι τήν ευχήν πάντων, ως θυμίαμα δεκτόν, αναλαμβανόμενον ενώπιον τής σής υπεραγάθου βασιλείας.

Επισυνάπτει καί ταύτην

Κύριε, Κύριε, ο ρυσάμενος ημάς από παντός βέλους πετομένου ημέρας, ρύσαι ημάς καί από παντός πράγματος εν σκότει διαπορευομένου. Πρόσδεξαι θυσίαν εσπερινήν, τάς τών χειρών ημών επάρσεις. Καταξίωσον δέ ημάς καί τό νυκτερινόν στάδιον αμέμπτως διελθείν, απειράστους κακών, καί λύτρωσαι ημάς από πάσης ταραχής καί δειλίας, τής εκ τού Διαβόλου ημίν προσγινομένης. Χάρισαι ταίς ψυχαίς ημών κατάνυξιν, καί τοίς λογισμοίς ημών μέριμναν, τής εν τή φοβερά καί δικαία σου κρίσει εξετάσεως. Καθήλωσον εκ τού φόβου σου τάς σάρκας ημών, καί νέκρωσον τά μέλη ημών τά επί τής γής, ίνα, καί εν τή καθύπνον ησυχία, εμφαιδρυνώμεθα τή θεωρία τών κριμάτων σου. Απόστησον δέ αφ' ημών πάσαν φαντασίαν απρεπή, καί επιθυμίαν βλαβεράν. Διανάστησον δέ ημάς έν τώ καιρώ τής προσευχής εστηριγμένους εν τή πίστει, καί προκόπτοντας εν τοίς παραγγέλμασί σου.

 

Ο Διάκονος

          Αντιλαβού, σώσον, ελέησον, ανάστησον, καί διαφύλαξον ημάς ο Θεός, τή σή χάριτι.

          Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την Ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Ο Ιερεύς εκφώνως

Ευδοκία, καί χάριτι τού μονογενούς σου Υιού, μεθού ευλογητός εί, σύν τώ παναγίω, καί αγαθώ, καί ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν, καί αεί, καί εις τούς αιώνας τών αιώνων.

 

Αναγνώστης Καταξίωσον, Κύριε, εν τή εσπέρα ταύτη, αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς. Ευλογητός εί, Κύριε, ο Θεός τών Πατέρων ημών, καί αινετόν καί δεδοξασμένον τό όνομά σου εις τούς αιώνας. Αμήν. Γένοιτο, Κύριε, τό έλεός σου εφ' ημάς, καθάπερ ηλπίσαμεν επί σέ. Ευλογητός εί, Κύριε. δίδαξόν με τά δικαιώματά σου. Ευλογητός εί, Δέσποτα, συνέτισον με τά δικαιώματά σου. Ευλογητός εί, Άγιε, φώτισόν με τοίς δικαιώμασί σου. Κύριε, τό έλεός σου εις τόν αιώνα, τά έργα τών χειρών σου μή παρίδης. Σοί πρέπει αίνος, σοί πρέπει ύμνος, σοί δόξα πρέπει, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Ο Διάκονος

Έτι καί έτι, κλίναντες τά γόνατα, τού Κυρίου δεηθώμεν.

 

Ο Ιερεύς τήν Ευχήν

Η αενάως βρύουσα ζωτική καί φωτιστική πηγή, η συναϊδιος τού Πατρός δημιουργική δύναμις, ο πάσαν τήν οικονομίαν, διά τήν τών βροτών σωτηρίαν, υπερκάλλως πληρώσας, Χριστέ, ο Θεός ημών. Ο θανάτου δεσμούς αλύτους, καί κλείθρα Άδου διαρρήξας, πονηρών δέ πνευμάτων πλήθη καταπατήσας, ο προσαγαγών σεαυτόν άμωμον υπέρ ημών ιερείον, τό σώμα δούς τό άχραντον εις θυσίαν, τό πάσης αμαρτίας αψαυστόν τε καί άβατον, καί διά τής φρικτής ταύτης, καί ανεκδιηγήτου ιερουργίας, ζωήν ημίν αιώνιον χαρισάμενος, ο εις Άδου καταβάς, καί μοχλούς αιωνίους συντρίψας, καί τοίς κάτω καθημένοις άνοδον υποδείξας, τόν δέ αρχέκακον καί βύθιον δράκοντα, θεοσόφω δελεάσματι αγκιστρεύσας, καί σειραίς ζόφου δεσμεύσας εν ταρτάρω, καί πυρί ασβέστω, καί σκότω εξωτέρω, διά τής απειροδυνάμου σου κατασφαλισάμενος ισχύος, η μεγαλώνυμος σοφία τού Πατρός, ο τοίς επηρεαζομένοις μέγας επίκουρος φανείς, καί φωτίσας τούς εν σκότει, καί σκιά θανάτου καθημένους. Σύ, δόξης αενάου Κύριε, καί Πατρός υψίστου Υιέ αγαπητέ, αϊδιον φώς, εξ αϊδίου φωτός, Ήλιε δικαιοσύνης, επάκουσον ημών δεομένων σου, καί ανάπαυσον τάς ψυχάς τών δούλων σου, τών προκεκοιμημένων πατέρων καί αδελφών ημών, καί τών λοιπών συγγενών κατά σάρκα, καί πάντων τών οικείων τής πίστεως, περί ών καί τήν μνήμην ποιούμεθα νύν, ότι εν σοί πάντων τό κράτος, καί εν τή χειρί σου κατέχεις πάντα τά πέρατα τής γής. Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ Πατέρων, καί Κύριε τού ελέους, γένους θνητού τε καί αθανάτου, καί πάσης φύσεως ανθρωπίνης δημιουργέ, συνισταμένης τε καί πάλιν λυομένης, ζωής τε καί τελευτής, τής ενταύθα διαγωγής, καί τής εκείθεν μεταστάσεως, ο χρόνους μετρών τοίς ζώσι, καί καιρούς θανάτου ιστών, κατάγων εις Άδου καί ανάγων, δεσμεύων εν ασθενεία, καί απολύων εν δυναστεία, ο τά παρόντα χρησίμως οικονομών, καί τά μέλλοντα λυσιτελώς διοικών, ο τούς θανάτου κέντρω πληγέντας, αναστάσεως ελπίσι ζωογονών. Αυτός Δέσποτα τών απάντων, ο Θεός, ο Σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων τών περάτων τής γής, καί τών εν θαλάσση μακράν, ο καί εν ταύτη τή εσχάτη, καί μεγάλη καί σωτηρίω ημέρα τής Πεντηκοστής, τό μυστή ριον τής αγίας, καί Ομοουσίου, καί συναϊδίου, καί αδιαιρέτου, καί ασυγχύτου Τριάδος υποδείξας ημίν, καί τήν επιφοίτησιν καί παρουσίαν τού αγίου καί ζωοποιού σου Πνεύματος, εν είδει πυρίνων γλωσσών, επί τούς αγίους σου Αποστόλους εκχέας, καί ευαγγελιστάς αυτούς θέμενος τής ευσεβούς ημών πίστεως, καί Ομολογητάς καί κήρυκας τής αληθούς αναδείξας θεολογίας, ο καί εν αυτή τή παντελείω Εορτή καί σωτηριώδει, ιλασμούς ικεσίους, υπέρ τών κατεχομένων εν Άδη, καταξιώσας δέχεσθαι, μεγάλας τε παρέχων ημίν ελπίδας, άνεσιν τοίς κατοιχομένοις τών κατεχόντων αυτούς ανιαρών, καί παραψυχήν παρά σού καταπέμπεσθαι. Επάκουσον ημών τών ταπεινών, οικτρών δεομένων σου, καί ανάπαυσον τάς και ψυχάς τών δούλων σου τών προκεκοιμημένων, έν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη, καί στεναγμός, καί κατάταξον τά πνεύματα αυτών εν σκηναίς Δικαίων, καί ειρήνης καί ανέσεως αξίωσον αυτούς, ότι ουχ οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε, ουδέ οι εν Άδη εξομολόγησιν παρρησιάζονται προσφέρειν σοι, αλλ' ημείς οι ζώντες ευλογούμέν σε καί ικετεύομεν, καί τάς ιλαστηρίους ευχάς καί θυσίας προσάγομέν σοι υπέρ τών ψυχών αυτών.

Επισυνάπτει καί ταύτην τήν Ευχήν

Ο Θεός ο μέγας καί αιώνιος, ο άγιος καί φιλάνθρωπος, ο καταξιώσας ημάς καί εν ταύτη τή ώρα στήναι ενώπιον τής απροσίτου σου δόξης, εις ύμνον καί αίνον τών θαυμασίων σου, ιλάσθητι ημίν τοίς αναξίοις δούλοις σου, καί παράσχου χάριν, τού μετά συντετριμμένης καρδίας αμετεωρίστως προσενεγκείν σοι τήν τρισάγιον δοξολογίαν, καί τήν ευχαριστίαν τών μεγάλων σου δωρεών, ών εποίησας καί ποιείς πάντοτε εις ημάς. Μνήσθητι, Κύριε, τής ασθενείας ημών, καί μή συναπολέσης ημάς ταίς ανομίαις ημών, αλλά ποίησον μέγα έλεος μετά τής ταπεινώσεως ημών, ίνα, τό τής αμαρτίας σκότος διαφυγόντες, εν ημέρα δικαιοσύνης περιπατήσωμεν, καί ενδυσάμενοι τά όπλα τού φωτός, ανεπιβουλεύτως διατελέσωμεν από πάσης επηρείας τού πονηρού, καί μετά παρρησίας δοξάσωμεν επί πάσι, σέ τόν μόνον αληθινόν καί φιλάνθρωπον Θεόν. Σόν γάρ ως αληθώς, καί μέγα όντως μυστήριον, Δέσποτα τών απάντων καί ποι ητά, ή τε πρόσκαιρος λύσις τών σών κτισμάτων, καί η μετά ταύτα συνάφεια, καί ανάπαυσις η εις αιώνας. Σοί χάριν επί πάσιν Ομολογούμεν, επί ταίς εισόδοις ημών ταίς εις τόν κόσμον τούτον, καί ταίς εξόδοις, αι τάς ελπίδας ημών τής αναστάσεως, καί τής ακηράτου ζωής, διά τής σής αψευδούς επαγγελίας προμνηστεύονται, ής απολαύσαιμεν εν τή δευτέρα μελλούση παρουσία σου. Σύ γάρ εί καί τής αναστάσεως ημών αρχηγός, καί τών βεβιωμένων αδέκαστος, καί φιλάνθρωπος κριτής, καί τής μισθαποδοσίας Δεσπότης καί Κύριος, ο καί κοινωνήσας ημίν παραπλησίως σαρκός καί αίματος, διά συγκατάβασιν άκραν, καί τών ημετέρων αδιαβλήτων παθών, εν τώ εκουσίως εις πείραν καταστήναι, προσλαβόμενος σπλάγχνα οικτιρμών, καί εν ώ πέπονθας πειρασθείς αυτός, τοίς πειραζομένοις ημίν γενόμενος αυτεπάγγελτος βοηθός, διό καί συνήγαγες ημάς εις τήν σήν απάθειαν. Δέξαι ούν, Δέσποτα, δεήσεις καί ικεσίας ημετέρας, καί ανάπαυσον πάντας τούς πατέρας εκάστου, καί μητέρας, καί αδελφούς, καί αδελφάς καί τέκνα, καί εί τι άλλο Ομογενές καί ομόφυλον, καί πάσας τάς προαναπαυσαμένας ψυχάς επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, καί κατάταξον τά πνεύματα αυτών καί τά ονόματα εν βίβλω ζωής, εν κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ καί Ιακώβ, εν χώρα ζώντων, εις βασιλείαν ουρανών, εν Παραδείσω τρυφής, διά τών φωτεινών Αγγέλων σου εισάγων άπαντας εις τάς αγίας σου μονάς, συνέγειρον καί τά σώματα ημών εν ημέρα, ή ώρισας, κατά τάς αγίας σου καί αψευδείς επαγγελίας, ουκ έστιν ούν, Κύριε, τοίς δούλοις σου θάνατος, εκδημούντων ημών από τού σώματος, καί πρός σέ τόν Θεόν ενδημούντων, αλλά μετάστασις από τών λυπηροτέρων επί τά χρηστότερα καί θυμηδέστερα, καί ανάπαυσις καί χαρά. Ει δέ καί τι ημάρτομεν εις σέ, ίλεως γενού ημίν τε καί αυτοίς, διότι ουδείς καθαρός από ρύπου ενώπιόν σου, ουδ' άν μία ημέρα ή η ζωή αυτού, ειμή μόνος σύ, ο επί γής φανείς αναμάρτητος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δι' ού πάντες ελπίζομεν ελέους τυχείν, καί αφέσεως αμαρτιών. Διά τούτο ημίν τε καί αυτοίς, ως αγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός, άνες, άφες, συγχώρησον τά παραπτώματα ημών, τά εκούσια καί τά ακούσια, τά εν γνώσει καί εν αγνοία, τά λανθάνοντα, τά εν πράξει, τά εν διαπρόδηλα, τα νοία, τά εν λόγω, τά εν πάσαις ημών ταίς αναστροφαίς, καί τοίς κινήμασι, καί τοίς μέν προλαβούσιν ελευθερίαν καί άνεσιν δώρησαι, ημάς δέ τούς περιεστώτας ευλόγησον, τέλος αγαθόν καί ειρηνικόν παρεχόμενος ημίν τε, καί παντί τώ λαώ σου, καί ελέους σπλάγχνα καί φιλανθρωπίας διανοίγων ημίν, εν τή φρικτή καί φοβερά σου παρουσία, καί τής βασιλείας σου αξίους ημάς ποίησον.

Επισυνάπτει καί ταύτην

Ο Θεός ο μέγας καί ύψιστος, ο μόνος έχων αθανασίαν, φώς οικών απρόσιτον, ο πάσαν τήν κτίσιν εν σοφία δημιουργήσας, Ο διαχωρήσας ανά μέσον τού φωτός, καί αναμέσον τού σκότους, καί τόν ήλιον θέμενος εις εξουσίαν τής ημέρας, σελήνην δέ καί αστέρας εις εξουσίαν τής νυκτός, ο καταξιώσας ημάς τούς αμαρτωλούς, καί επί τής παρούσης ημέρας προφθάσαι τό πρόσωπόν σου εν εξομολογήσει, καί τήν εσπερινήν σοι λατρείαν προσαγαγείν. Αυτός, φιλάνθρωπε Κύριε, κατεύθυνον τήν προσευχήν ημών, ως θυμίαμα ενώπιόν σου, καί πρόσδεξαι αυτήν εις Οσμήν ευωδίας. Παράσχου δέ ημίν τήν παρούσαν εσπέραν, καί τήν επιούσαν νύκτα ειρηνικήν, ένδυσον ημάς όπλα φωτός, ρύσαι ημάς από φόβου νυκτερινού, καί από παντός πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, καί δώρησαι ημίν τόν ύπνον, όν εις ανάπαυσιν τή ασθενεία ημών εδωρήσω, πάσης διαβολικής φαντασίας απηλλαγμένον. Ναί, Δέσποτα τών απάντων, τών αγαθών χορηγέ, ίνα, καί εν ταίς κοίταις ημών κατανυγόμενοι, μνημονεύωμεν καί εν νυκτί τού παναγίου ονόματός σου, καί τή μελέτη τών σών εντολών καταυγαζόμενοι, εν αγαλλιάσει ψυχής διανιστώμεν πρός δοξολογίαν τής σής αγαθότητος, δεήσεις καί ικεσίας τή σή ευσπλαγχνία προσάγοντες, υπέρ τών ιδίων αμαρτιών, καί παντός τού λαού σου, όν ταίς πρεσβείαις τής αγίας Θεοτόκου εν ελέει επίσκεψαι.

 

Ο Διάκονος

          Αντιλαβού, σώσον, ελέησον, ανάστησον, καί διαφύλαξον ημάς ο Θεός...

          Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την Ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Ο Ιερεύς εκφώνως

Σύ γάρ εί η ανάπαυσις, τών ψυχών καί τών σωμάτων ημών, καί σοί τήν δόξαν αναπέμπομεν, τώ Πατρί, καί τώ Υιώ, καί τώ αγίω Πνεύματι, νύν, καί αεί, καί εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.

 

Ο Διάκονος

        Πληρώσωμεν την εσπερινήν δέησιν ημών τω Κυρίω.

        Αντιλαβού, σώσον, ελέησον και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη Ση χάριτι.

        Την εσπέραν πάσαν, τελείαν, αγίαν, ειρηνικήν και αναμάρτητον, παρά του Κυρίου, αιτησώμεθα.

        Άγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα.

        Συγγνώμην και άφεσιν των αμαρτιών και των πλημμελημάτων ημών, παρά του Κυρίου αίτησώμεθα.

        Τα καλά και συμφέροντα ταίς ψυχαίς ημών και ειρήνην τω κόσμω, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα.

        Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα.

        Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα.

        Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την Ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Ο Ιερεύς τήν εκφώνησιν

Ότι αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Ιερεύς Ειρήνη πάσι.

Λαός Καί τώ Πνεύματί σου.

Διάκονος Τάς κεφαλάς υμών τώ Κυρίω κλίνατε.

Λαός. Σοί Κύριε.

Ιερεύς Ο Θεός ημών, ο κλίνας ουρανούς, καί καταβάς επί σωτηρία τού γένους τών ανθρώπων, έπιδε επί τούς δούλους σου καί επί τήν κληρονομίαν σου. σοί γάρ τώ φοβερώ καί φιλανθρώπω κριτή οι σοί δούλοι τάς εαυτών έκλιναν κεφαλάς, τούς δέ αυτών υπέταξαν αυχένας, ου τήν εξ ανθρώπων αναμένοντες βοήθειαν, αλλά τό σόν περιμένοντες έλεος, καί τήν σήν απεκδεχόμενοι σωτηρίαν, ούς διαφύλαξον εν παντί καιρώ, καί κατά τήν παρούσαν εσπέραν, καί τήν επιούσαν νύκτα, από παντός εχθρού, από πάσης αντικειμένης ενεργείας διαβολικής, καί διαλογισμών ματαίων, καί ενθυμήσεων πονηρών.

Ιερεύς Είη τό κράτος τής βασιλείας σου ευλογημένον καί δεδοξασμένον, τού Πατρός, καί τού Υιού, καί τού αγίου Πνεύματος, νύν, καί αεί, καί εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.

 

Καί ψάλλομεν τά Ιδιόμελα τού Στίχου

 

Ήχος γ'

Νύν εις σημείον τοίς πάσιν, εμφανώς αι γλώσσαι γεγόνασιν Ιουδαίοι γάρ, εξ ών κατά σάρκα Χριστός, απιστία νοσήσαντες, θεϊκής εξέπεσον χάριτος, καί τού θείου φωτός οι εξ εθνών ηξιώθημεν, στηριχθέντες τοίς λόγοις τών Μαθητών, φθεγγομένων τήν δόξαν τού ευεργέτου τών όλων Θεού, μεθ' ών τάς καρδίας σύν τοίς γόνασι κλίναντες, εν πίστει προσκυνήσωμεν, τώ αγίω Πνεύματι στηριχθέντες, Σωτήρι τών ψυχών ημών.

 

Στίχ. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός καί πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοίς εγκάτοις μου.

 

Νύν τό Παράκλητον Πνεύμα, εις πάσαν σάρκα εκκέχυται. Αποστόλων γάρ χορείας αρξάμενον, εξ αυτών κατά μέθεξιν τοίς πιστοίς τήν χάριν εφήπλωσε, καί πιστούται αυτού τήν κραταιάν επιφοίτησιν, εν πυρίνω τώ είδει τοίς Μαθηταίς διανέμον τάς γλώσσας, εις υμνωδίαν καί δόξαν Θεού, διό τάς καρδίας νοερώς ελλαμπόμενοι, εν πίστει στηριχθέντες τώ αγίω Πνεύματι, δυσωπούμεν σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

 

Στιχ. Μή απορρίψης με από τού προσώπου σου καί τό πνεύμα τό άγιόν σου μή αντανέλης απ' εμού.

 

Νύν περιβάλλονται κράτος, οι Χριστού αφ' ύψους, Απόστολοι, εγκαινίζει γάρ αυτούς ο Παράκλητος εν αυτοίς καινιζόμενος, μυστική καινότητι γνώσεως, ήν ταίς ξέναις φωναίς, καί υψηγόροις κηρύττοντες, τήν αϊδιον φύσιν τε καί απλήν, τρισυπόστατον σέβειν τού ευεργέτου τών όλων Θεού, ημάς εκδιδάσκουσι, διό φωτισθέντες τοίς εκείνων διδάγμασι, Πατέρα προσκυνήσωμεν, σύν Υιώ καί Πνεύματι, δυσωπούντες σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

Δόξα... Καί νύν... Ήχος πλ. δ'

Δεύτε λαοί, τήν τρισυπόστατον θεότητα προσκυνήσωμεν, Υιόν εν τώ Πατρί, σύν αγίω Πνεύματι, Πατήρ γάρ αχρόνως εγέννησεν Υιόν, συναϊδιον καί σύνθρονον, καί Πνεύμα άγιον ήν εν τώ Πατρί, σύν Υιώ δοξαζόμενον, μία δύναμις, μία ουσία, μία θεότης, ήν προσκυνούντες πάντες λέγομεν, Άγιος ο Θεός, ο τά πάντα δημιουργήσας δι' Υιού, συνεργείατού Αγίου Πνεύματος. Άγιος ισχυρός, δι' ού τόν Πατέρα εγνώκαμεν, καί τό Πνεύμα τό Άγιον επεδήμησεν εν κόσμω. Άγιος αθάνατος, τό Παράκλητον Πνεύμα, τό εκ Πατρός εκπορευόμενον, καί εν Υιώ αναπαυόμενον, Τριάς αγία, δόξα σοι.

 

Ιερεύς Νυν απολύεις τον δούλόν σου, Δέσποτα, κατά το ρήμά σου, εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών, και δόξαν λαού σου Ισραήλ.

 

Αναγνώστης Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς (εκ γ').

Δόξα... Καί νύν...

        Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς.

        Κύριε, ιλάσθητι ταίς αμαρτίαις ημών,

        Δέσποτα, συγχώρησον τάς ανομίας ημίν.

        Άγιε, επίσκεψαι καί ίασαι τάς ασθενείας ημών,

        ένεκεν τού ονόματός σου.

Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον.

Δόξα... Καί νύν...

Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς, αγιασθήτω τό όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω τό θέλημά σου, ώς εν ουρανώ, καί επί τής γής. Τόν άρτον ημών τόν επιούσιον δός ημίν σήμερον, καί άφες ημίν τά οφειλήματα ημών, ώς καί ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών, καί μή εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού.

Ιερεύς Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Απολυτίκιον τής Εορτής

Ήχος πλ. δ'

Ευλογητός εί Χριστέ, ο Θεός ημών, ο πανσόφους τούς αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς τό Πνεύμα τό άγιον, καί δί αυτών τήν οικουμένην σαγηνεύσας. Φιλάνθρωπε δόξα σοι. (εκ γ')

 

Ο Ιερεύς ποιεί τήν Απόλυσιν ούτως

Ο εκ τών πατρικών κόλπων κενώσας εαυτόν, καί τήν ημετέραν όλην ανθρωπείαν προσλαβόμενος φύσιν, καί θεώσας αυτήν, μετά δέ ταύτα εις ουρανούς αύθις ανελθών, καί εν δεξιά καθίσας τού Θεού καί Πατρός, τό τε θείον, καί άγιον, καί Ομοούσιον, καί Ομοδύναμον, καί Ομόδοξον, καί συναϊδιον Πνεύμα καταπέμψας επί τούς αγίους αυτού μαθητάς καί Αποστόλους, καί διά τούτου φωτίσας μέν αυτούς, δι' αυτών δέ πάσαν τήν οικουμένην, Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, ταίς πρεσβείαις τής παναχράντου, καί παναμώμου αγίας αυτού Μητρός, τών αγίων, ενδόξων, πανευφήμων, θεοκηρύκων καί πνευματοφόρων Αποστόλων, καί πάντων τών Αγίων, ελεήσαι καί σώσαι ημάς διά τήν εαυτού αγαθότητα. Αμήν.

 

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Μετά τήν α' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα Ήχος δ'

Κατεπλάγη Ιωσήφ

Τήν μεθέορτον πιστοί, καί τελευταίαν εορτήν, εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις, καί προθεσμίας, έν ταύτη γάρ τό πύρ, τού Παρακλήτου ευθύς, κατέβη επί γής, ώσπερ εν είδει γλωσσών, καί Μαθητάς εφώτισε, καί τούτους ουρανομύστας ανέδειξε, Τό φώς επέστη, τού Παρακλήτου, καί τόν κόσμον εφώτισεν. (Δίς)

 

Μετά τήν β' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα

Η τού Πνεύματος πηγή, επιδημούσα τοίς εν γή, εις πυρφόρους ποταμούς, μεριζομένη νοητώς, τούς Αποστόλους εδρόσιζε φωταγωγούσα, καί γέγονεν αυτοίς, νέφος δροσώδες τό πύρ, φωτίζουσα αυτούς, καί υετίζουσα φλόξ, δι' ών ημείς ελάβομεν τήν χάριν, διά πυρός τε καί ύδατος, Τό φώς επέστη, τού Παρακλήτου, καί τόν κόσμον έφώτισεν. (Δίς)

 

Ωδή α' Ήχος βαρύς

Πόντω εκάλυψε Φαραώ σύν άρμασιν, ο συντρίβων πολέμους εν υψηλώ βραχίονι, Άσωμεν αυτώ, ότι δεδόξασται.

 

Έργω, ως πάλαι τοίς Μαθηταίς επηγγείλω, τό Παράκλητον Πνεύμα έξαποστείλας Χριστέ, έλαμψας τώ κόσμω φώς, φιλάνθρωπε.

 

Νόμω τό πάλαι προκηρυχθέν καί Προφήταις, επληρώθη, τού θείου Πνεύματος σήμερον, πάσι γάρ πιστοίς χάρις έκκέχυται.

 

Ωδή α' Ήχος δ' Ο ειρμός

Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω,

Ερρητόρευσε τόν θεόγραφον νόμον.

Ιλύν γάρ εκτι νάξας όμματος νόου,

Ορά τόν όντα, καί μυείται Πνεύματος

Γνώσιν, γεραίρων ένθέοις τοίς άσμασιν.

 

Έφη τό σεπτόν καί σεβάσμιον στόμα.

Νοσφισμός υμίν ου γενήσεται φίλοις.

Εγώ γάρ είς Πατρώον ύψιστον θρονον,

Συνεδριάζων, εκχεώ τού Πνεύματος,

Λάμψαι ποθούσι, τήν χάριν τήν άφθονον.

 

Όρος βεβηκώς, ατρεκέστατος Λόγος,

Γαληνόμορφον εκτελεί τήν καρδίαν.

Έργον γάρ εκπεράνας, εύφρανε φίλους.

Πνοή βιαία καί πυρός γλωττήμασι,

Νείμας τό Πνεύμα Χριστός, ως υπέσχετο.

 

Καταβασίαι

Πόντω εκάλυψε Φαραώ σύν άρμασιν, ο συντρίβων πολέμους εν υψηλώ βραχίονι, Άσωμεν αυτώ, ότι δεδόξασται.

 

Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω,

Ερρητόρευσε τόν θεόγραφον νόμον.

Ιλύν γάρ εκτι νάξας όμματος νόου,

Ορά τόν όντα, καί μυείται Πνεύματος

Γνώσιν, γεραίρων ένθέοις τοίς άσμασιν.

 

Ωδή γ' Ο ειρμός

Τήν εξ ύψους δύναμιν τοίς Μαθηταίς, Χριστέ, έως άν ενδύσησθε, έφης, καθίσατε εν, Ιερουσαλήμ, εγώ δέ ως εμέ Παράκλητον άλλον, Πνεύμα τό εμόν τε καί Πατρός άποστελώ, έν ώ στερεωθήσεσθε.

 

Η τού θείου Πνεύματος επιδημήσασα δύναμις, τήν μερισθείσαν πάλαι φωνήν, κακώς ομονοησάντων, εις μίαν αρμονίαν θείως συνήψε, γνώσιν συνετίζουσα πιστούς τής Τριάδος, εν ή εστερεώθημεν.

Ειρμός άλλος

Έρρηξε γαστρός ητεκνωμένης πέδας,

Ύβριν τε δυσκάθεκτον ευτεκνουμένης,

Μόνη προσευχή τής Προφήτιδος πάλαι

Άννης, φερούσης Πνεύμα συντετριμμένον,

Πρός τόν δυνάστην, καί Θεόν τών γνώσεων.

 

Άληπτός εστιν η θεαρχικωτάτη.

Ρήτρας γάρ εξέφηνε τούς αγραμμάτους

Άλις σοφιστάς συστομίζοντας λόγω,

Καί τής βαθείας νυκτός εξαιρουμένους,.

Λαούς απείρους, αστραπή τού Πνεύματος.

 

Ήν εκπορευτόν έξ αγεννήτου φάους,

Τό πανσθενουργόφωτον άφθιτον σέλας,

Ού τήν δι' Ύιού πατρικής εξουσίας,

Νύν εμφανίζει συμφυή φρυκτωρίαν,

Πυρώδες ήχος έν Σιών τοίς έθνεσιν.

Καταβασίαι

Τήν εξ ύψους δύναμιν τοίς Μαθηταίς, Χριστέ, έως άν ενδύσησθε, έφης, καθίσατε εν, Ιερουσαλήμ, εγώ δέ ως εμέ Παράκλητον άλλον, Πνεύμα τό εμόν τε καί Πατρός άποστελώ, έν ώ στερεωθήσεσθε.

 

Έρρηξε γαστρός ητεκνωμένης πέδας,

Ύβριν τε δυσκάθεκτον ευτεκνουμένης,

Μόνη προσευχή τής Προφήτιδος πάλαι

Άννης, φερούσης Πνεύμα συντετριμμένον,

Πρός τόν δυνάστην, καί Θεόν τών γνώσεων.

 

Κάθισμα Ήχος πλ. δ

Τήν Σοφίαν καί Λόγον

Τό πανάγιον Πνεύμα νύν κατελθόν, επί τούς Αποστόλους είδει πυρός, τού θάμβους επλήρωσε, τών έθνών τά συστήματα, έν γάρ γλώσσαις λαλούντων, πυρίναις φιλάνθρωπε, τήν ιδίαν έκαστος, διάλεξιν ήκουον, όθεν καί τό θαύμα, τοίς απίστοις ως μέθη, πιστοίς δέ σωτήριον, αληθώς εγνωρίζετο, διά τούτο δοξάζομεν, τό κράτος σου Χριστέ ο Θεός, τών πταισμάτων άφεσιν αιτούμενοι, καταπέμψαι πλουσίως τοίς δούλοις σου. (Δίς)

 

Ωδή δ' Ο ειρμός

Κατανοών ο Προφήτης, τήν επ' εσχάτων σου Χριστέ έλευσιν, ανεβόα, Τήν σήν εισακήκοα Κύριε δυναστείαν, ότι πάντας τού σώσαι τούς χριστούς σου ελήλυθας.

 

Ο εν Προφήταις λαλήσας, καί δια νόμου κηρυχθείς, πρώην τοίς ατελέσι, Θεός αληθής ο Παράκλητος, τοίς τού Λόγου υπηρέταις καί μάρτυσι, γνωρίζεται σήμερον.

 

Σήμα θεότητος φέρων, τοίς Αποστόλοις εν πυρί, Πνεύμα κατεμερίσθη, καί ξέναις εν γλώσσαις ενέφηνεν, ως πατρόθεν θείον σθένος, ερχόμενον εστίν αυτοκέλευστον.

Ειρμός άλλος

Άναξ ανάκτων, οίος εξ οίου μόνος,

Λόγος προελθών Πατρός εξ αναιτίου,

Ισοσθενές σου Πνεύμα τοίς Αποστόλοις,

Νημερτές εξέπεμψας ως ευεργέτης,

Άδουσι, Δόξα τώ κράτει σου, Κύριε.

 

Λουτρόν τό θείον τής παλιγγενεσίας,

Λόγω κεραννύς συντεθειμένη φύσει,

Ομβροβλυτείς μοι ρείθρον εξ ακηράτου,

Νενυγμένης σου πλευράς, ώ Θεού Λόγε,

Επισφραγίζων τή ζέσει τού Πνεύματος.

 

Κάμπτει τά πάντα τώ Παρακλήτω γόνυ,

Γόνω τε Πατρός, Πατρί συμφυεστάτω.

Εν γάρ προσώποις οίδε τριττοίς ουσίαν,

Νημερτές, απρόσιτον, άχρονον, μίαν.

Έλαμψε φώς γάρ η χάρις τού Πνεύματος.

 

Τελείσθε πάντες τή θεαρχικωτάτη,

Όσοι λατρευταί τής τριφεγγούς ουσίας.

Υπερφυώς τελεί γάρ ως ευεργέτης,

Καί πυρσολαμπεί Χριστός εις σωτηρίαν

Όλην πορίζων τήν χάριν τού Πνεύματος.

Καταβασίαι

Κατανοών ο Προφήτης, τήν επ' εσχάτων σου Χριστέ έλευσιν, ανεβόα, Τήν σήν εισακήκοα Κύριε δυναστείαν, ότι πάντας τού σώσαι τούς χριστούς σου ελήλυθας.

 

Άναξ ανάκτων, οίος εξ οίου μόνος,

Λόγος προελθών Πατρός εξ αναιτίου,

Ισοσθενές σου Πνεύμα τοίς Αποστόλοις,

Νημερτές εξέπεμψας ως ευεργέτης,

Άδουσι, Δόξα τώ κράτει σου, Κύριε.

 

Ωδή ε' Ο ειρμός

Τό διά τόν φόβον σου ληφθέν Κύριε, εν γαστρί τών Προφητών, καί κυηθέν επί τής γής πνεύμα σωτηρίας, αποστολικάς καρδίας κτίζει καθαράς, καί εν τοίς πιστοίς ευθές εγκαινίζεται, φώς γάρ καί ειρήνη, διότι τά σά προστάγματα.

 

Η επιφοιτήσασα ισχύς σήμερον, αύτη Πνεύμα αγαθόν, Πνεύμα σοφίας Θεού, Πνεύμα εκ Πατρός εκπορευτόν, καί δι' Υιού πιστοίς ημίν πεφηνός, μεταδοτικόν, εν οίς κατοικίζεται φύσει, τής εν ή κατοπτεύεται αγιότητος.

Ειρμός άλλος

Λυτήριον κάθαρσιν αμπλακημάτων,

Πυρίπνοον δέξασθε Πνεύματος δρόσον,

Ώ τέκνα φωτόμορφα τής Εκκλησίας.

Νύν εκ Σιών γάρ εξελήλυθε νόμος,

Η γλωσσοπυρσόμορφος Πνεύματος χάρις.

 

Καθώς περ ευδόκησεν αυτεξουσίως,

Αδέσποτον κάτεισι Πνεύμα πατρόθεν,

Σοφίζον εν γλώσσησι τούς Αποστόλους,

Επισφραγίζον τόν φερέσβιον Λόγον,

Πατροσθενές ξύμμορφον, όν Σωτήρ έφη.

 

Ιήτο τάς φρένας μέν εξ αμαρτίας,

Χ' αυτώ κατεσκεύαζε τών Αποστόλων,

Θεός Λόγος πάνταρχος, άχραντον δόμον.

Ομοσθενούς δέ καί συνουσιουμένου,

Νύν εγκατοικίζεται Πνεύματος φάος.

Καταβασίαι

Τό διά τόν φόβον σου ληφθέν Κύριε, εν γαστρί τών Προφητών, καί κυηθέν επί τής γής πνεύμα σωτηρίας, αποστολικάς καρδίας κτίζει καθαράς, καί εν τοίς πιστοίς ευθές εγκαινίζεται, φώς γάρ καί ειρήνη, διότι τά σά προστάγματα.

 

Λυτήριον κάθαρσιν αμπλακημάτων,

Πυρίπνοον δέξασθε Πνεύματος δρόσον,

Ώ τέκνα φωτόμορφα τής Εκκλησίας.

Νύν εκ Σιών γάρ εξελήλυθε νόμος,

Η γλωσσοπυρσόμορφος Πνεύματος χάρις.

 

Ωδή ς' Ο ειρμός

Ναυτιών τώ σάλω, τών βιωτικών μελημάτων, συμπλόοις ποντούμενον αμαρτίαις, καί ψυχοφθόρω θηρί προσριπτούμενος, ως ο Ιωνάς Χριστέ βοώ σοι, Εκ θανατηφόρου με βυθού ανάγαγε.

 

Εκ τού Πνεύματός σου, σάρκα επί πάσαν, ως είπας, πλουσίως εξέχεας, καί επληρώθη τής σής η σύμπασα γνώσεως Κύριε, ότι εκ Πατρός Υιός αρρεύστως έφυς, καί τό Πνεύμα αμερίστως πρόεισιν.

Ειρμός άλλος

Ιλασμός ημίν Χριστέ καί σωτηρία,

Ο Δεσπότης έλαμψας εκ τής Παρθένου,

Ίν' ως Προφήτην θηρός εκ θαλαττίου,

Στέρνων Ιωνάν, τής φθοράς διαρπάσης,

Όλον τόν Αδάμ, παγγενή πεπτωκότα.

 

Ιμερτόν ημίν ευθές εν τοίς εγκάτοις,

Αιωνίως έξουσι Πνεύμα καινίσαις,

Πατροπροβλήτως πάντοτε ξυνημμένον,

Ύλης απεχθούς καυστικόν μολυσμάτων,

Ρύπου τε φρενών ρυπτικόν Παντοκράτορ.

 

Ορεκτόν αξίωμα τοίς Αποστόλοις,

Σιωνίταις μίμνουσι σήν παρουσίαν,

Γνώρισμα Πνεύμα πατρογεννήτου Λόγου,

Λέσχην απηνή τών εθνών ποππυσμάτων,

Ώκιστα δεικνύς, πυρπνόως καθιδρύεις.

Καταβασίαι

Ναυτιών τώ σάλω, τών βιωτικών μελημάτων, συμπλόοις ποντούμενον αμαρτίαις, καί ψυχοφθόρω θηρί προσριπτούμενος, ως ο Ιωνάς Χριστέ βοώ σοι, Εκ θανατηφόρου με βυθού ανάγαγε.

 

Ιλασμός ημίν Χριστέ καί σωτηρία,

Ο Δεσπότης έλαμψας εκ τής Παρθένου,

Ίν' ως Προφήτην θηρός εκ θαλαττίου,

Στέρνων Ιωνάν, τής φθοράς διαρπάσης,

Όλον τόν Αδάμ, παγγενή πεπτωκότα.

 

Κοντάκιον Ήχος πλ. δ'

Ότε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος, ότε τού πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε, καί συμφώνως δοξάζομεν τό πανάγιον Πνεύμα.

Ο Οίκος

Ταχείαν καί σταθηράν δίδου παραμυθίαν τοίς δούλοις σου Ιησού, εν τώ ακηδιάσαι τά πνεύματα ημών, μή χωρίζου τών ψυχών ήμων εν θλίψεσι, μή μακρύνου τών φρενών ημών εν περιστάσεσιν, αλλά αεί ημάς πρόφθασον, Εγγισον ημίν, έγγισον ο πανταχού, ως περ καί τοίς Αποστόλοις σου πάντοτε συνής ούτω καί τοίς σέ ποθούσιν ένωσον σαυτόν οικτίρμον, ίνα συνημμένοι σοι υμνώμεν, καί δοξολογώμεν τό πανάγιόν σου Πνεύμα.

 

Συναξάριον

Τή αυτή ημέρα, Δευτέρα τής Πεντηκοστής, αυτό τό πανάγιον, καί ζωοποιόν, καί παντοδύναμον εορτάζομεν Πνεύμα, τόν ένα τής Τριάδος Θεόν, τό Ομότιμον, καί Ομοούσιον, καί Ομόδοξον τώ Πατρί καί τώ Υιώ.

Στίχοι

          Πάσα πνοή, δόξαζε Πνεύμα Κυρίου,

          Δι' ού πονηρών πνευμάτων φρούδα θράση.

 

Τή επιφοιτήσει τού αγίου Πνεύματος, πρεσβείαις τών Αποστόλων σου, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς, Αμήν.

 

Ωδή ζ' Ο ειρμός

Οι εν καμίνω τού πυρός εμβληθέντες όσιοι Παίδες, τό πύρ εις δρόσον μετέβαλον διά τής υμνωδίας, ούτω βοώντες, Ευλογητός εί Κύριε, ο Θεός τών Πατέρων ημών.

 

Ρητορευόντων τά θεία μεγαλεία τών Αποστόλων, τού Πνεύματος η ενέργεια, ενομίζετο μέθη τοίς απιστούσι, δι' ής Τριάς γνωρίζεται, είς Θεός τών Πατέρων ημών.

 

Τήν αδιαίρετον φύσιν ορθοδόξως θεολογούμεν, Θεόν Πατέρα τόν άναρχον, τής αυτής εξουσίας Λόγον καί Πνεύμα, Ευλογητός εί, κράζοντες, ο Θεός τών Πατέρων ημών.

Ειρμός άλλος

Σύμφωνον εθρόησεν οργάνων μέλος,

Σέβειν τό χρυσότευκτον άψυχον βρέτας.

Η τού Παρακλήτου δέ φωσφόρος χάρις

Σεβασμιάζει τού βοάν, Τριάς μόνη,

Ισοσθενής, άναρχος, ευλογητός εί.

 

Φωνήν προφητόφθεγκτον ηγνοηκότες,

Έφασκον οινότευκτον άφρονες μέθην,

Ρήσεις ξενηκούσθησαν ως Αποστόλων.

Οι ευσεβείς δέ, σοί βοώμεν ενθέως.

Νεουργέ τού σύμπαντος, ευλογητός εί.

 

Θέσπιν κατεβρόντησεν ο βλέπων όπα,

Ένθους Ιωήλ τού θεαρχικωτάτου,

Οίς εκχεώ, φήσαντος οίά περ Λόγου,

Τού Πνεύμα τός μου, συμβοήσουσι.

Φύσις, Η τρισσοφεγγόφωτος ευλογητός εί.

 

Τριττή μέν ευμοίρησεν ωρών τήν χάριν,

Όπως υπεμφήνειε τρείς υποστάσεις,

Σέβειν εν απλότητι τής εξουσίας.

Αλλ' εν μιά νύν ημερών τή Κυρία,

Υίός, Πατήρ, καί Πνεύμα, ευλογητός εί.

Καταβασίαι

Οι εν καμίνω τού πυρός εμβληθέντες όσιοι Παίδες, τό πύρ εις δρόσον μετέβαλον διά τής υμνωδίας, ούτω βοώντες, Ευλογητός εί Κύριε, ο Θεός τών Πατέρων ημών.

 

Σύμφωνον εθρόησεν οργάνων μέλος,

Σέβειν τό χρυσότευκτον άψυχον βρέτας.

Η τού Παρακλήτου δέ φωσφόρος χάρις

Σεβασμιάζει τού βοάν, Τριάς μόνη,

Ισοσθενής, άναρχος, ευλογητός εί.

 

Ωδή η' Ο ειρμός

Άφλεκτος πυρί εν Σινά προσομιλούσα, βάτος Θεόν εγνώρισε, τώ βραδυγλώσσω καί δυσήχω Μωσεί, καί παίδας ζήλος Θεού, τρείς αναλώτους τώ πυρί υμνωδούς έδειξε, πάντα τά έργα τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Ζωτικής εξ ύψους βιαίας φερομένης, ηχητικώς τού Πνεύματος τού παναγίου, αλιεύσι πνοής, πυρίνων είδει γλωσσών, τά μεγαλεία τού Θεού ερρητορεύοντο, Πάντα τά έργα τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Οι μή θιγομένω προβαίνοντες εν όρει, μή πεφρικότες πύρ δειματούν, δεύτε καί στώμεν εν τώ όρει Σιών, εν πόλει ζώντος Θεού, πνευματοφόροις Μαθηταίς νύν συγχορεύοντες, παντα τά έργα τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

Ειρμός άλλος

Λύει τά δεσμά, καί δροσίζει τήν φλόγα,

Ο τρισσοφεγγής τής θεαρχίας τύπος.

Υμνούσι Παίδες, ευλογεί δέ τόν μόνον,

Σωτήρα καί παντουργόν, ως ευεργέτην,

Η δημιουργηθείσα σύμπασα κτίσις.

 

Μνήμην ο Χριστός τών βροτοσσόων επών,

Ά πατρακουσθείς τοίς Αποστόλοις έφη,

Τό Πνεύμα τεύχει γλωσσοπυρσεύτω θέα,

Εφίζον, ευλογητόν οικειουμένη,

Ηλλοτριωμένη δέ μέλπει σε κτίσις.

 

Σωτηριωδώς, αυτοδεσπότως ιόν

Φώς αυτολαμπές, καί παρεκτικόν φάους,

Υπάρχον, ήκες εμφορούν Αποστόλοις,

Τιμήεν ως άημα, τοίς σοίς οικέταις,

Λελιπαρημένον δέ Πνεύμα προσνέμοις.

 

Ήσε Προφητών πνευματέμφορον στόμα,

Σήν σωματωδώς, ώ μέδων, ενδημίαν,

Καί Πνεύμα κόλπων πατρικών προηγμένον,

Ακτιστοσυμπλαστουργοσύνθρονον σέθεν,

Ιείς ενανθρωπήσεως πιστοίς σέβας.

Καταβασίαι

Άφλεκτος πυρί εν Σινά προσομιλούσα, βάτος Θεόν εγνώρισε, τώ βραδυγλώσσω καί δυσήχω Μωσεί, καί παίδας ζήλος Θεού, τρείς αναλώτους τώ πυρί υμνωδούς έδειξε, πάντα τά έργα τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Λύει τά δεσμά, καί δροσίζει τήν φλόγα,

Ο τρισσοφεγγής τής θεαρχίας τύπος.

Υμνούσι Παίδες, ευλογεί δέ τόν μόνον,

Σωτήρα καί παντουργόν, ως ευεργέτην,

Η δημιουργηθείσα σύμπασα κτίσις.

 

Ωδή θ' Ο ειρμός

Μή τής φθοράς διαπείρα κυοφορήσασα, καί παντεχνήμονι Λόγω σάρκα δανείσασα, Μήτερ απείρανδρε, Παρθένε Θεοτόκε, δοχείον τού αστέκτου, χωρίον του απείρου πλαστουργού σου, σέ μεγαλύνομεν.

 

Επιπαφλάζοντος πάλαι πυρίνου άρματος, ο ζηλωτής καί πυρίπνους, χαίρων οχούμενος, τήν νύν εκλάμψασαν επίπνοιαν εδήλου, εξ ύψους Αποστόλοις, υφ' ής καταλαμφθέντες, τήν Τριάδα πάσιν εγνώρισαν.

 

Νόμου τών φύσεων δίχα ξένον ηκούετο, τών μαθητών τής μιάς γάρ φωνής απηχουμένης, Πνεύματος χάριτι, ποικίλως ενηχούντο, λαοί φυλαί καί γλώσσαι, τά θεία μεγαλεία, τής Τριάδος γνώσιν μυούμενοι.

Ειρμός άλλος

Χαίροις Ανασσα, μητροπάρθενον κλέος.

Άπαν γάρ ευδίνητον εύλαλον στόμα.

Ρητρεύον, ου σθένει σε μέλπειν αξίως.

Ιλιγγιά δέ νούς άπας σου τόν τόκον

Νοείν όθεν σε συμφώνως δοξάζομεν.

 

Ύδειν έοικε τήν φυσίζωον Κόρην.

Μόνη γάρ εν δίνησι κεκρύφει Λόγον,

Νοσούσαν αλθαίνοντα τήν βροτών φύσιν.

Ός, δεξιοίς κλισμοίσι νύν ιδρυμένος

Πατρός, πέπομφε τήν χάριν τού Πνεύματος.

 

Όσοις έπνευσεν η θεόρρυτος χάρις,

Λάμποντες, αστράπτοντες, ηλλοιωμένοι,

Οθνείαν άλλοίωσιν ευπρεπεστάτην,

Ισοσθενούσαν τήν άτμητον ειδότες,

Σοφήν τρίφεγγον ουσίαν δοξάζομεν.

Καταβασίαι

Μή τής φθοράς διαπείρα κυοφορήσασα, καί παντεχνήμονι Λόγω σάρκα δανείσασα, Μήτερ απείρανδρε, Παρθένε Θεοτόκε, δοχείον τού αστέκτου, χωρίον του απείρου πλαστουργού σου, σέ μεγαλύνομεν.

 

Χαίροις Ανασσα, μητροπάρθενον κλέος.

Άπαν γάρ ευδίνητον εύλαλον στόμα.

Ρητρεύον, ου σθένει σε μέλπειν αξίως.

Ιλιγγιά δέ νούς άπας σου τόν τόκον

Νοείν όθεν σε συμφώνως δοξάζομεν.

 

Εξαποστειλάριον Ήχος γ'

Ο ουρανόν τοίς άστροις

Τό πανάγιον Πνεύμα, τό προϊόν εκ τού Πατρός, καί δι' Υιού ενδημήσαν, τοίς αγραμμάτοις Μαθηταίς, τούς σέ Θεόν επιγνόντας, σώσον, αγίασον πάντας. (Δίς)

Έτερον

Φώς ο Πατήρ, φώς ο Λόγος, φώς καί τό άγιον Πνεύμα, όπερ εν γλώσσαις πυρίναις, τοίς Αποστόλοις επέμφθη, καί δι' αυτού πάς ο κόσμος φωταγωγείται, Τριάδα σέβειν αγίαν. (Άπαξ)

 

Ειςτούς Αίνους

Στιχηρά Ιδιόμελα

Ήχος β'

Εν τοίς Προφήταις ανήγγειλας ημίν οδόν σωτηρίας, καί εν Αποστόλοις έλαμψε, Σωτήρ ημών, η χάρις τού Πνεύματός σου, σύ εί Θεός πρώτος, συ καί μετά ταύτα, καί εις τούς αιώνας σύ εί ο Θεός ημών. (Δίς)

 

Εν ταίς αυλαίς σου υμνήσω σε, τόν Σωτήρα τού κόσμου, καί κλίνας γόνυ προσκυνησω σου τήν αήττητον δύναμιν, εν εσπέρα, καί πρωϊ, καί μεσημβρία, καί εν παντί καιρώ ευλογήσω σε, Κύριε. (Δίς)

 

Εν ταίς αυλαίς σου Κύριε, οι πιστοί τό γόνυ τής ψυχής καί τού σώματος υποκλίναντες, ανυμνούμέν σε τόν άναρχον Πατέρα, καί τόν συνάναρχον Υιόν, καί τό συναϊδιον καί πανάγιον Πνεύμα, τό φωτίζον, καί αγιάζον τάς ψυχάς ημών. (Δίς)

Δόξα... Καί νύν... Ήχος πλ. δ

Γλώσσαι ποτέ συνεχύθησαν, διά τήν τόλμαν τής πυργοποιϊας, γλώσσαι δέ νύν εσοφίσθησαν, διά τήν δόξαν τής θεογνωσίας, Εκεί κατεδίκασε Θεός τούς ασεβείς τώ πταίσματι, ενταύθα εφώτισε Χριστός τους αλιείς τώ Πνεύματι, Τότε κατειργάσθη η αφωνία, πρός τιμωρίαν άρτι καινουργείται η συμφωνία, πρός σωτηρίαν τών ψυχών ημών.

 

Δοξολογία μεγάλη, καί Απόλυσις

 

Εις τήν Λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α ν

 

Τά Τυπικά καί εκ τού Κανόνος, Ωδή γ' καί ς'

 

Εισοδικόν

Υψώθητι, Κύριε, εν τή δυνάμει σου άσωμεν καί ψαλούμεν τάς δυναστείας σου, Σώσον ημάς, Παράκλ ητε αγαθέ...

 

Απολυτίκιον τής Εορτής

Ήχος πλ. δ'

Ευλογητός εί Χριστέ, ο Θεός ημών, ο πανσόφους τούς αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς τό Πνεύμα τό άγιον, καί δί αυτών τήν οικουμένην σαγηνεύσας. Φιλάνθρωπε δόξα σοι.

Κοντάκιον Ήχος πλ. δ'

Ότε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος, ότε τού πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε, καί συμφώνως δοξάζομεν τό πανάγιον Πνεύμα.

 

Κοινωνικόν

Τό Πνεύμά σου τό αγαθόν Οδηγήσει με εν γή ευθεία, Αλληλούϊα.