ΤΗ Η' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ

 

Μνήμη τής Οσίας Μητρός ημών Πελαγίας.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

 

Εις τό, Κύριε εκέκραξα, ψάλλομεν Στιχηρά Προσόμοια.

 

Ήχος δ'

Ως γενναίον εν Μάρτυσιν

Εγκρατεία τό σώμά σου, Πελαγία νεκρώσασα, τήν ψυχήν εζώωσας καί εκόσμησας, καί οικητήριον Πνεύματος, σαυτήν απετέλεσας, καί συνήφθης μυστικώς, τώ νυμφίω καί Κτίστη σου, όν ικέτευε, εκ φθοράς καί κινδύνων λυτρωθήναι, τους εν πίστει εκτελούντας, τήν αεισέβαστον μνήμην σου.

 

Το ωραίον τού σώματος, εις το πρώτον αξίωμα, Πελαγία ένδοξε μετερρύθμισας, ουχί χρωμάτων τοίς άνθεσιν, αρετών δέ κάλλεσι, κατεποίκιλας σαυτήν, καί τού Κτίστου γεγένησαι καθ' ομοίωσιν, εκτενώς δυσωπούσα υπέρ πάντων, τών εν πίστει εκτελούντων, τήν αεισέβαστον μνήμην σου.

 

Των δακρύων αλάβαστρον, καθ' εκάστην προχέουσα, ευωδίας έπλησας τά ουράνια, διό ώς μύρα πολύτιμα, Χριστώ προσηνέχθησαν, εις οσμήν τήν μυστικήν, τής αυτού αγαπήσεως, εκχεόμενα, διά τούτο δυσώπει υπέρ πάντων, των εν πίστει εκτελούντων, τήν αεισέβαστον μνήμην σου.

Δόξα Ήχος δ'

Ιωάννου Μοναχού

Ο που επλεόνασεν ή αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χαρις, καθώς ο Απόστολος διδάσκει, εν προσευχαίς γάρ καί δάκρυσι Πελαγία, τών πολλών πταισμάτων τό πέλαγος εξήρανας, καί τό τέλος ευπρόσδεκτον τώ Κυρίω, διά τής μετανοίας προσήγαγες, καί νύν τούτω πρεσβεύεις, υπέρ τών ψυχών ημών.

Καί νύν... Θεοτοκίοv

Ως γενναίον

Επομβρίαις τού Πvεύματος, τού Αγίου Πανάχραντε, τήν εμήν διάvοιαν καταδρόσισον, η τήv σταγόνα κυήσασα, Χριστόν τόν τήv άμετροv, ανομίαv τών βροτών, οικτιρμοίς αποσμήχοντα, αποξήρανον, τήv πηγήν τώv παθών μου καί χειμάρρου, καταξίωσον τρυφής με, ταίς αειζώοις πρεσβείαις σου.

Η Σταυροθεοτοκίοv

Ως εώρακε Κύριε, η Παρθένος καί Μήτηρ σου, εν Σταυρώ κρεμάμενον, επωδύρετο, καί θρήνω δούσα εφθέγγετο. Τί σοι ανταπέδωκαν, οι πολλών σου δωρεών, απολαύσαντες Δέσποτα; Αλλά δέομαι. Μή με μόνην εάσης εν τώ κόσμω, αλλά σπεύσον αναστήναι, συνανιστών τούς προπάτορας.

 

Εις τόν Στίχον, Στιχηρά τής Οκτωήχου.

 

Δόξα... Ήχος πλ. δ'

Μελετίου Ιερομάρτυρος Βλαστού

Μετά τό αρνήσασθαι σαρκός τήν ευπάθειαν, ανεδείχθης καθαρόν δοχείον, τού δι εύσπλαγχνίαν τοίς ανθρώποις συγκαταβάντος φιλανθρώπου Λόγου, όθεv καί πρός ζωήν τήv αγήρω οικείν σε ηξίωσεν ως υπεράγαθος. Τά ουράνια πάντα συγχαίρουσι, τήν πρίν σε ασέμνως βιώσασαν, νύν καθορώντα Χριστού άσπιλον κειμήλιον, τού εv ουρανοίς από τής γής σε μεταθέντος, καί πάντας πιστούς φρουρούντος τή μνήμη σου.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Ώ τού παραδόξου

Ήθη τά μακράv ποιούντά με, τού αγαθού σου Υιού, Αγαθή καί Πανάμωμε, πόρρωθι απέλασον, τής αθλίας καρδίας μου, καί τόν ζητούντα καί ωρυόμενον, καταπιείν με κάκιστον λέοντα, όφιν τόν δόλιον, σκολιόν καί δράκοντα, τόν πονηρόν, σύντριψον τώ κράτει σου, υπό τούς πόδας μου.

Η Σταυροθεοτοκίοv

Ω τού παραδόξου θαύματος! ώ μυστηρίου καινού! ώ φρικτής εγχειρήσεως! η Παρθένος έλεγεν, εν Σταυρώ σε ως έβλεπεv, εν μέσω δύο ληστών κρεμάμενοv, όν ανωδίvως φρικτώς εκύησεν. Έκλαιε κράζουσα, Οίμοι τέκvον φίλτατον! πώς σε δειvός, δήμος καί αχάριστος, Σταυρώ προσήλωσεv.

 

Απολυτίκιον Ήχος πλ. δ'

Εν σοί Μήτερ ακριβώς διεσώθη τό κατ' εικόνα, λαβών γάρ τόν σταυρόν, ηκολούθησας τώ Χριστώ, καί πράττων εδίδασκες, υπεροράν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ επιμελείσθαι δέ ψυχής, πράγματος αθανάτου, διό καί μετά Αγγέλων συναγάλλεται, οσία Πελαγία τό πνεύμά σου.

 

Καί Απόλυσις.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Η συνήθης Στιχολογία, καί οι Κανόνες τής Οκτωήχου, καί τής Αγίας ούτος, ού η Ακροστιχίς.

 

Πόθω γεραίρω τήν σοφήv Πελαγίαν.

 

Εν δέ τοίς Θεοτόκοις

Γεωργίου

 

Ωδή α' Ήχος δ'

Θαλάσσης τό ερυθραίον

Προθείσα, ως πανδαισίαν σήμερον, τήν θείαν μνήμην αυτής, τή οικουμέvn πάση μυστικώς, Πελαγία προτρέπεται, κατατρυφήσαι άπαντας, τών εδεσμάτωv τών αγώνων αυτής.

 

Ο πόθος, ό υπέρ πάσαν έφεσιν, εv τή ψυχή σου Σεμνή, κατωκηκώς επύρσευσε τόν νούv, καί τήν φλόγα τού πνεύματος, ανάψας σέ εφώτισε, καί τών παθών τήv ύλην έφλεξεν.

 

Θαλάσσης, τής αμαρτίας κλύδωvα, υπεκφυγούσα σεμνή, τώ γαληνώ λιμένι τού Χριστού, Πελαγία προσώρμισαι, διό τή μετανοία σου, επεκληρώσω τόν Παράδεισοv.

Θεοτόκιον

Γαλήνη, τών εν τώ βίω, Άχραντε, χειμαζομένων βροτών, η ασφαλής καί άγκυρα στερρά, καί λιμήν καί κυβέρνησις, αυτή υπάρχεις πάντοτε, χειραγωγούσα καί διέπουσα.

 

Ωδή γ'

Eυφραίνεται επί σοί, η Εκκλησία σου, Χριστέ κράζουσα, Σύ μου ισχύς Κύριε, καί καταφυγή καί στερέωμα.

 

Ανέπτης είς ουρανούς, η τού Χριστού περιστερά πτέρυξι, τής εγκρατείας σαυτήν, πόνοις τε πολλοίς ανυψώσασα.

 

Ίλυος τής τών παθών, σύ τό δυσώδες τώ Χριστού ύδατι, αποσμη. χθείσα σεμνή, μύρον Πελαγία εδείχθης αυτώ.

 

Ρομφαία τώ πονηρώ θανατηφόρος αληθώς γέγονεν, η πρός Θεόν σου σεμνή, έμπυρος αγάπη καί έφεσις,

Θεοτόκιον

Ως δρόσος εωθινή, η ευφροσύνη σου Αγνή στάζουσα, τήν τών παθών κάμινον, τών σέ ανυμνούντων σβεννύει αεί.

Ο Ειρμός

Ευφραίνεται επί σοί, η Εκκλησία σου Χριστέ κράζoυσα, Σύ μου ισχύς Κύριε, καί καταφυγή καί στερέωμα.

Η Σταυροθεοτοκίον

Καθελκόμεvοv Λόγε εν τώ Σταυρώ υπ' ανδρώv παρανόμων γνώμη σκαιά, ορώσα η Μήτηρ σου, τήν ψυχήv ετιτρώσκετο, καί κοπτομένη σπλάγχνα, εθρήνει κραυγάζουσα, καί συνοχή καρδίας, εβόα στενάζουσα. Οίμοι τή τεκούση, σέ Υιέ καί Θεέ μου! πώς θέλωv υπέμεινας, τού προσώπου ραπίσματα, καί εμπτύσματα βέβηλα, άδικόν τε θάνατον νύν, επί ξύλου ήλοις προσπηγνύμενος; Όντως ταύτα πάσχεις,τού σώσαι τόν άνθρωπον.

 

Κάθισμα Ήχος πλ. δ'

Τήν Σοφίαν

Μετανοίας τή δρόσω τήν τών παθών, αποσβέσασα φλόγα τήν σεαυτής, ζωήν ανατέθεικας, τώ Θεώ καί Σωτήρί σου, διά τούτο κόσμον, φυγούσα εμόνασας, εν ερήμω βίον, Αγγέλων ζηλώσασα, όθεν σού τό τέλος, μετά δόξης μεγάλης, θεόθεν τιμώμενον, επεγνώσθη τοίς πέρασι, Πελαγία πανένδοξε, πρέσβευε Χριστώ τώ θεώ, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν αγίαν μνήμην σου.

Δόξα Καί νύν Θεοτοκίον

Πειρασμοίς πολυπλόκοις περιπεσών, εξ εχθρών αοράτων καί ορατών, τώ σάλω συνέχομαι, τών αμέτρων πταισμάτων μου, καί θερμήν αντίληψιν, καί σκέπην μου έχων σε, τώ λιμένι προστρέχω, τής σής αγαθότητος, όθεν Παναγία, τόν εκ σού σαρκωθέντα, απαύστως ικέτευε, υπέρ πάντων τών δούλων σου, τών απαύστως υμνούντων σε, Θεοτόκε πανάχραντε, πρεσβεύουσα αυτώ εκτενώς, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς προσκυνούσιν εν πίστει, τόν πανάγιον τόκον σου.

 

Ωδή δ'

Επαρθέvτα σε ιδούσα

Ως θυμίαμα υπέρτιμον Πελαγία, τής εγκρατείας άνθραξιv ολοκαυτωθείσα, ευωδία γέγονας, Χριστώ τώ Θεώ ημώv, εις οσιμήν δραμούσα τού μύρου αυτού.

 

Τήv τού σώματος ευπρέπειαν Πελαγία, τής αμαρτίας ύληv πρώην γενομένηv, όληv μετερρύθμισας, εις κάλλος ανόθευτοv, ού ο σός νυμφίος, ηράσθη Χριστός.

 

Η τού Πνεύματος ενσπείρασα Πελαγία, εν τή ψυχή σου χάρις σπινθήρα τού λόγου, τήν φλόγα μετέωρον, ανήψε τής πίστεως, καί τήv αμαρτίαν εχώνευσεν.

Θεοτοκίοv

Ράβδος έφυς Θεοτόκε εξ ής τό άνθος, τό νοητόν εβλάστησε, θείας ευωδίας, πληρώσαν τά σύμπαντα, Χριστός ο Θεός ημών, μύροv ων ακένωτον τίμιον.

 

Ωδή ε'

Σύ Κύριέ μου φώς

Νάμασι μυστικοίς, πιανθείσα τού Πνεύματος, εξήνθησας εν τή πίστει, αρετών ευφορίαις, καί πόνοις τής ασκήσεως.

 

Σύ Κύριε τό φώς, τών εv σκότει κειμέvωv βροτών, σύ έλαμψας εv καρδία, τής Οσίας τήν αίγλην, τής θείας επιγνώσεως.

 

Οι πόνοι σου σεμνή, Πελαγία εv δάκρυσι, σπειρόμενοι ευφροσύνης, καί χαράς αφθονίαν, εv ουρανοίς συνήθροισαν.

Θεοτοκίον

Γvωστή σου αληθώς, η χάρις αvαδέδεικται, Πανάχραντε παραδόξως, ενεργούσα δυνάμεις, καί τέρατα εν πάση τή γή.

 

Ωδή ς'

Θύσω σοι, μετά φωνής

Φανείσης, τής ανεσπέρου αίγλης Χριστού τού Θεού, εν τή ψυχή Πελαγίας, ο τού σκότους άρχωv απεσοβήθη, καί ωκίσθη, η τού Πνεύματος χάρις καί πίστις αυτού.

 

Η πάλαι, παγιδευθείσα υπό τού όφεως, παγίς αυτώ ανεδείχθη, τήν αυτού συνέχουσα δυναστείαν, καί πατούσα, τήν αυτού πανουργίαν δυνάμει Θεού.

 

Νυμφίον, τόν Χριστόν καί Θεόν αγαπήσασα, ταίς αρεταίς κοσμηθείσα, καί πεποικιλμένη πόvοις ενθέοις, τού νυμφώνος, τού αυτού Πελαγία ηξίωσαι.

Θεοτοκίοv

Ιδείν σου, Θεοτόκε τήν δόξαν τήν άφραστον, πάλαι ωδίνησαν θείως, οι Προφήται πάντες, αλλ' επ' εσχάτων, ημίν ώδθη, τοίς ποθούσί σε Κόρη πανάμωμε.

Ο Ειρμος

Θύσω σοι, μετά φωνής αινέσεως Κύριε, η Εκκλησία βοά σοι, εκ δαιμονων λύθρου κεκαθαρμένη, τώ δι' οίκτον, εκ τής πλευράς σου ρεύσαντι αίματι.

 

Κοντάκιον Ήχος β'

Τά άνω ζητών

Τό σώμα τό σόν, νηστείαις Κατατήξασα, αγρύπνοις ευχαίς, τόv Κτίστην καθικέτευες, τού λαβείν σών πράξεων, τήv τελείαν Μήτερ συγχώρησιv, ήν καί έλαβες αληθώς, οδόν μετανοίας υποδείξασα.

Ο Οίκος

Όσοι εv βίω αμαρτίαις εμολύvθητε, ως ο τάλας εγώ, ζηλώσωμεν τήν μετάνοιαν, τόν οδυρμόν τε μετά δακρύων τής Οσίας Μητρός ημών Πελαγίας, ίνα ταχύ εκ Θεού τήν συγχώρησιν λάβωμεν, καθάπερ η μακαρία, έτι ζώσα, τόν ρύποv απέπλυνε τής αμαρτίας, καί έλαβεν εκ Θεού τήν τελείαν συγχώρησιv, οδόν μετανοίας υποδείξασα.

 

Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν

Τή Η' τού αυτού μηνός, Μνήμη τής Οσίας Μητρός ημών Πελαγίας.

Στίχοι

        Αίσχους πλυθείσα καί λιπούσα τόν σάλον,

        Πρός όρμον ήκεις ουρανού Πελαγία.

        Ογδοάτη υπάλυξε βίου πέλαγος Πελαγία.

 

Τή αύτή ημέρα, Μνήμη τής Αγίας Πελαγίας τής Παρθένου.

Στίχοι

        Κρημvώ φυγούσα κρημvόν αισχύνης μέγαν,

        Κρημνείς τόν εχθρόν ευφυώς Πελαγία.

 

Τή αυτή ημέρα, Mvήμη τής Αγίας Ταϊσίας τής πόρvης.

Στίχοι

        Εκ τού ρύπου σμηχθείσα τής άσωτίας,

        Φαιδρά πρόσεισι τώ Θεώ Ταϊσία.

 

Ταίς αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

 

Ωδή ζ'

Εν τή καμίνω

Πέλαγος θείωv, κατορθωμάτωv ώφθης ως αληθώς, όληv τού εχθρού βυθίσασα εν αυτώ, την ισχύν, διό ανέμελπες. Εύλογημένος εί, εv τώ vαώ τής δόξης σου Κύριε.

 

Εν τή καμίνω , τής εγκρατείας σώμα καί τήν ψυχήν, θείως ως χρυσόν εχώvευσας, καθαρόν, καί τό πρώτον κάλλος έδειξας, οβρυζωθέν σεμνή, Πελαγία τή άκρα ασκή σει σου.

 

Λουτρώ τώ θείω, εκδυσαμένη όλον σύ αληθώς, όν περ παλαιόν ενδέδυσο τών παθών, καί φθειρόμενόν σου άνθρωπον, τόν νέον Ένδοξε ημφιάσω, Χριστώ συμμορφούμενον.

Θεοτοκίον

Ο εν τώ θρόνω, τώ Πατρικώ οχούμεvος Λόγος Θεού, ξέvως επί σοί εσκήνωσε καί φρικτώς, Θεοτόκε καί ανήγαγεν, ημώv τό φύραμα, εαυτώ συνυψώσας ως ευσπλαγχνος.

 

Ωδή η'

Χείρας εκπετάσας Δανιήλ

Λάμπουσιν ακτίνες φαειναί, τών θαυμασίωv σου, καθάπερ ήλιος, καί τήν τού βίου σου άπασαν, υπερφαίνουσι λαμπρότητα, καί τήν αστράψασαν εν σοί, τής θείας πίστεως εκβοώσι, πάση τή κτίσει αυγήν Πελαγία σεμνή.

 

Άλυτοv δεσμόν τόν εις Χριστόν, πιστώς συvδήσασα, προσεκολλήθης αυτώ, καί αδιάσπαστος έμεινας, τή ενώσει τής αγάπης αυτού, ώ καί ηρμόσθης vοητώς, τάς προσβολάς τού εχθρού, Πελαγία, εκ τής καρδίας σου εκδιώξασα.

 

Γvώσιv δεξαμένη αληθή, εv τή καρδία σου, διά τού Πνεύματος, σαφώς κατέλιπες άπασαν, τήν τού βίου ματαιότητα, διό κατέπληξας βροτούς, εν τή αθρόα Σεμνή, μεταθέσει, καί ουρανούς ευφροσύνης επλήρωσας.

Θεοτοκίον

Υμνούσι πανάχραντε Αγνή, τά μεγαλείά σου, αι vοεραί στρατιαί, αvακηρύττουσιv άπαντες, Πατριάρχαι καί Προφήται τρανώς, σύν Αποστόλοις ιεροίς, καί τών Μαρτύρων χοροί, καί Οσίωv άπαν τό πλήθος, μεθ' ών προσκυνούμέν σε.

Ο Ειρμός

Χείρας εκπετάσας Δανιήλ, λεόντων χάσματα, εν λάκκω έφραξε, πυρός δέ δύναμιν εσβεσαν, αρετήν περιζωσάμενοι, οι ευσεβείας ερασταί, Παίδες κραυγάζοντες. Ευλογείτε πάντα τά έργα, Κυρίου τόv Κύριον.

 

Ωδή θ

Λίθος αχειρότμητος όρους

Ιδείν επεθύμησας όντως, τού εραστού Χριστού τό κάλλος, δι' όν εσταυρώθης τώ κόσμω, καί τό ωραίον άνθος τού σώματος, Οσία κατεμάρανας, καί τήν τού βίου εβδελύξω στοργήν.

 

Άπαν τό τού σώματος άχθος, αποθεμένη Πελαγία, διά εγκρατείας καί πόνων, πρός ουρανίους σκηνάς ανέδραμες, εν αίς τού ποθουμένου σοι, επαπολαύεις κάλλους ένδοξε.

 

Νύν τούς σέ τιμώντας εκ πόθου, πάντας Οσία εποπτεύοις, καί τούς τήν ετήσιον ταύτην, επιτελούντάς σου μνήμηv πρέσβευε, τώ Ποιητή καί Κτίστη σου, ίνα μετάσχωμεν τής δόξης αυτού.

Θεοτοκίον

Υμνώ σου τόv τόκον Παρθένε, καί μεγαλύνω σου τήν χάριν, σύ γάρ φωτισμός τής ψυχής μου, υπάρχεις όντως καί η παράκλησις, η ταχινή βοήθεια, καί σωτηρία καί αντίληψις.

Ο Ειρμός

Λίθος αχειρότμητος όρους, εξ αλαξεύτου σου Παρθένε, ακρογωνιαίος ετμήθη, Χριστός, συvάψας τάς διεστώσας φύσεις, διό επαγαλλόμενοι, σέ Θεοτόκε μεγαλύνομεν.

 

Εξαποστειλάριον

Τοίς Mαθηταίς

Υπογραμμός ο βίος σου, Μοναζόντων εδείχθη, καί ακριβής ανόρθωσις, τών δεινώς πεπτωκότων, αοίδιμε Πελαγία, τών παθών γάρ τήν νύκτα, φυγούσα προσεπέλασας,τώ Ηλίω τής δόξης, Χριστώ σεμνή, Ασκητών εκλάμψασα ομηγύρει, μεθ' ών σου τήν υπέρλαμπρον, εορτάζομεν μνήμην.

Θεοτοκίον

Χαρμονικώς τό Χαίρέ σοι, τού σεπτού Αρχαγγέλου, οι λυτρωθέντες Πάναγνε, τής αρχαίας κατάρας, διά τού θείου σου τόκου, ευχαρίστως βοώμεν Χαίρε, Αδάμ η λύτρωσις, χαίρε Εύας η λύσις, χαίρε δι' ής, άπαν ημών βρότειον εθεώθη, χαίρε δι' ής ετύχομεν, ουρανών βασιλείας.

 

Καί τά λοιπά τού Όρθρου, ως σύνηθες, καί Απόλυσις.