ΤΗ Λ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ

 

Μνήμη τού Αγίου καί ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου τού Πρωτοκλήτου.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

 

Μετά τόν Προοιμιακόν, στιχολογούμεν τήν α στάσιν τού α Καθίσματος τού Ψαλτηρίου.

 

Εις δέ τό, Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν Στίχους ς καί ψάλλομεν Στιχηρά Προσόμοια τά παρόντα τρία, δευτερούντες αυτά.

 

Ήχος δ Ο εξ υψίστου κληθείς

Ο τώ Προδρόμου φωτί μεμορφωμένος, ότε τό απαύγασμα τό ενυπόστατον, τής πατρικής δόξης έφανεν, ανθρώπων γένος, δι ευσπλαγχνίαν σώσαι βουλόμενος, τότε πρώτος Ένδοξε, τούτω προσέδραμες, καταυγασθείς τήν διάνοιαν, τελειοτάτη, μαρμαρυγή αυτού τής θεότητος, όθεν καί κήρυξ καί Απόστολος, χρηματίζεις Χριστού τού Θεού ημών, όν ικέτευε σώσαι, καί φωτίσαι τάς ψυχάς ημών.

 

Ο τής Προδρόμου φωνής ενηχημένος, ότε ο πανάγιος Λόγος σεσάρκωται, ζωήν ημίν παρεχόμενος, καί σωτηρίαν, τοίς επί γής ευαγγελιζόμενος, τότε τούτω Πάνσοφε, κατηκολούθησας, καί σεαυτόν ακροθίνιον, καί παναγίαν, ώς απαρχήν αυτώ καθιέρωσας, όν καί επέγνως καί εμήνυσας, τώ συγγόνω τώ σώ τόν Θεόν ημών, όν ικέτευε σώσαι, καί φωτίσαι τάς ψυχάς ημών.

 

Ο τώ εκ στείρας βλαστήσαντι φοιτήσας, ότε ο Παρθένιος τόκος ανέτειλε, τής ευσεβείας Διδάσκαλος, καί σωφροσύνης, υποδεικνύων τήν καθαρότητα, τότε σύ θερμότατος, τής αρετής εραστής, Ανδρέα μάκαρ γεγένησαι, τάς αναβάσεις, εν σή καρδία διατιθέμενος, καί από δόξης πρός τήν άφραστον, ήρθης δόξαν Χριστού τού Θεού ημών, όν ικέτευε σώσαι, καί φωτίσαι τάς ψυχάς ημών.

Δόξα... Ήχος δ Ανατολίου

Τήν τών ιχθύων άγραν, καταλιπών Απόστολε, ανθρώπους σαγηνεύεις, καλάμω τού κηρύγματος, χαλών ώσπερ άγκιστρον, τής ευσεβείας τό δέλεαρ, καί ανάγων εκ τού βυθού τής πλάνης, τά έθνη άπαντα, Ανδρέα Απόστολε, τού Κορυφαίου ομαίμων, καί τής οικουμένης υφηγητά διαπρύσιε, πρεσβεύων μή ελλίπης υπέρ ημών, τών εν πίστει καί πόθω εύφη μούντων πανεύφημε, τήν αεισέβαστον μνήμην σου.

Καί νύν... Ήχος ο αυτός

Ησαϊα χόρευε, λόγον Θεού υπόδεξαι, προφήτευσον τή κόρη Μαριάμ, βάτον καταφλέγεσθαι, καί πυρί μή καίεσθαι, τή αίγλη τής θεότητος, Βηθλεέμ ευτρεπίζου, άνοιγε πύλην η Εδέμ καί Μάγοι πορεύεσθε, ιδείν τήν σωτηρίαν, εν φάτνη σπαργανούμενον, όν Αστήρ εμήνυσεν, επάνω τού σπηλαίου, ζωοδότην Κύριον, τόν σώζοντα τό γένος ημών.

 

Είσοδος. Τό, Φώς ιλαρόν, καί τά αναγνώσματα.

 

Καθολικής α Επιστολής Πέτρου τό Ανάγνωσμα.

(Κεφ. 1, 1-2, 10-25 & 2, 1-6)

Πέτρος, απόστολος Ιησού Χριστού, εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας, καί Βιθυνίας, κατά πρόγνωσιν Θεού πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν καί ραντισμόν αίματος Iησού Χριστού, χάρις υμίν καί ειρήνη πληθυνθείη, περί ης σωτηρίας εξεζήτησαν καί εξηρεύνησαν προφήται οι περί τής εις υμάς χάριτος προφητεύσαντες, ερευνώντες εις τίνα ή ποίον καιρόν εδήλου τό εν αυτοίς Πνεύμα Χριστού, προμαρτυρόμενον τά εις Χριστόν παθήματα, καί τάς μετά ταύτα δόξας, οίς απεκαλύφθη ότι ουχ εαυτοίς, ημίν δέ διηκόνουν αυτά, ά νύν ανηγγέλη υμίν διά τών ευαγγελισαμένων υμάς εν Πνεύματι Αγίω αποσταλέντι απ ουρανού, εις ά επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι. Διό αναζωσάμενοι τάς οσφύας τής διανοίας υμών, νήφοντες, τελείως ελπίσατε επί τήν φερομένην υμίν χάριν εν αποκαλύψει ιησού Χριστού, ως τέκνα υπακοής, μή συσχηματιζόμενοι ταίς πρότερον εν Τή αγνοία υμών επιθυμίαις, αλλά κατά τόν καλέσαντα υμάς άγιον καί αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε, διότι γέγραπται Άγιοι γένεσθε, ότι εγώ άγιος ειμι, καί εί πατέρα επικαλείσθε τόν απροσωπολήπτως κρίνοντα κατά τό εκάστου έργον, εν φόβω τόν τής παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε, ειδότες ότι ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω, ελυτρώθητε εκ τής ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου καί ασπίλου Χριστού, προεγνωσμένου μέν πρό καταβολής κόσμου, φανερωθέντος δέ επ' εσχάτων τών χρόνων δι' υμάς, τούς δι' αυτού πιστεύοντας εις Θεόν , τόν εγείραντα αυτόν εκ νεκρών, καί δόξαν αυτώ δόντα, ώστε τήν πίστιν υμών καί ελπίδα είναι εις Θεόν, τάς ψυχάς υμών ηγνικότες εν τή υπακοή τής αληθείας διά Πνεύματος εις φιλαδελφίαν ανυπόκριτον, εκ καθαράς καρδίας αλλήλους αγαπήσατε εκτενώς, αναγεγεννημένοι ουκ εκ σποράς φθαρτής, αλλά αφθάρτου, διά λόγου ζώντος Θεού καί μένοντος εις τόν αιώνα, διότι πάσα σάρξ ως χόρτος, καί πάσα δόξα ανθπώπου ως άνθος χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος, καί τό άνθος αυτού εξέπεσε, τό δέ ρήμα Κυρίου μένει εις τόν αιώνα, τούτο δέ εστι τό ρήμα τό ευαγγελισθέν εις υμάς.

Καθολικής α Επιστολής Πέτρου τό Ανάγνωσμα.

(Κεφ. 2, 21-25 & 3, 1-9)

Αποθέμενοι ούν πάσαν κακίαν καί πάντα δόλον καί υποκρίσεις καί φθόνους καί πάσας καταλαλιάς, ως αρτιγέννητα βρέφη, τό λογικόν άδολον γάλα επιποθήσατε, ίνα εν αυτώ αυξηθήτε, είπερ εγεύσασθε ότι χρηστός ο Κύριος, πρός όν προσερχόμενοι, λίθον ζώντα, υπό ανθρώπων μέν αποδεδοκιμασμένον, παρά δέ Θεώ εκλεκτόν, έντιμον, καί αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε οίκος πνευματικός, Ιεράτευμα άγιον, ανενέγκαι πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τώ Θεώ διά ιησού Χριστού, διό καί περιέχει εν τή γραφή, ιδού τίθημι εν Σιών λίθον ακρογωνιαίον, εκλεκτόν έντιμον, καί ο πιστεύων επαυτώ ου μή καταισχυνθή, εις τούτο γάρ εκλήθητε, ότι καί Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοίς ίχνεσιν αυτού, ός αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τώ στόματι αυτού, ός λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δέ τώ κρίνοντι δικαίως, ός τάς αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν εν τώ σώματι αυτού επί τό ξύλον, ίνα, ταίς αμαρτίαις απογενόμενοι, τή δικαιοσύνη ζήσωμεν, ου τώ μώλωπι αυτού ιάθητε, ήτε γάρ ως πρόβατα πλανώμενα, αλλ' επεστράφητε νύν επί τόν ποιμένα καί επίσκοπον τών ψυχών υμών, Ομοίως, αι γυναίκες υποτασσόμεναι τοίς ιδίοις ανδράσιν, ίνα καί εί τινες απειθούσι τώ λόγω, διά τής τών γυναικών αναστροφής άνευ λόγου κερδηθήσωνται εποπτεύσαντες τήν εν φόβω αγνήν αναστροφήν υμών, ων έστω ουχ ο έξωθεν εμπλοκής τριχών, καί περιθέσεως χρυσίων, ή ενδύσεως ιματίων κόσμος, αλλ' ο κρυπτός τής καρδίας άνθρωπος, εν τώ αφθάρτω τού πραέος καί ησυχίου πνεύματος, ο εστιν ενώπιον τού Θεού πολυτελές, ούτω γάρ ποτε καί αι άγιαι γυναίκες αι ελπίζουσαι επί τόν Θεόν εκόσμουν εαυτάς, υποτασσόμεναι τοίς ιδίοις ανδράσιν, ως Σάρρα υπήκουσε τώ Αβραάμ, κύριον αυτόν καλούσα, ης εγενήθητε τέκνα, αγαθοποιούσαι καί μή φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν. Οι άνδρες ομοίως, συνοικούντες κατά γνώσιν, ως ασθενεστέρω σκεύει τώ γυναικείω απονέμοντες τιμήν, ως καί συγκληρονόμοι χάριτος ζωής, εις τό μή εκκόπτεσθαι τάς προσευχάς υμών. Τό δέ τέλος, πάντες ομόφρονες, συμπαθείς, φιλάδελφοι, εύσπλαγχνοι, φιλόφρονες, μή αποδιδόντες κακόν αντί κακού, ή λοιδορίαν αντί λοιδορίας, τουναντίον δέ, ευλογούντες, ειδότες ότι εις τούτο εκλήθητε, ίνα ευλογίαν κληρονομήσητε.

Καθολικής α Επιστολής Πέτρου τό Ανάγνωσμα.

(Κεφ. 4, 1-11)

Χριστού ούν παθόντος υπέρ ημών σαρκί, καί υμείς τήν αυτήν έννοιαν οπλίσασθε, ότι ο παθών σαρκί, πέπαυται αμαρτίας, εις τό μηκέτι ανθρώπων επιθυμίαις, αλλά θελήματι Θεού τόν επίλοι πον εν σαρκί βιώσαι χρόνον, αρκετός γάρ ημίν ο παρεληλυθώς χρόνος τό βίου τό θέλημα τών εθνών κατεργάσασθαι, πεπορευμένους εν ασελγείαις, επιθυμίαις, οινοφλυγίαις, κώμοις, πότοις, καί αθεμί τοις ειδωλολατρείαις, εν ω ξενίζονται, μή συντρεχόντων υμών εις τήν αυτήν τής ασωτίας ανάχυσιν, βλασφημούντες, οί αποδώσουσι λόγον τώ ετοίμως έχοντι κρίναι ζώντας καί νεκρούς, εις τούτο γάρ καί νεκροίς ευηγγελίσθη, ίνα κριθώσι μέν κατά ανθρώπους σαρκί, ζώσι δέ κατά Θεόν πνεύματι, Πάντων δέ τό τέλος ήγγικε, σωφρονήσατε ούν καί νήψατε εις τάς προσευχάς, πρό πάντων δέ τήν εις εαυτούς αγάπην εκτενή έχοντες, ότι αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών, φιλόξενοι εις αλλήλους, άνευ γογγυσμών, έκαστος καθώς έλαβε χάρισμα, εις εαυτούς αυτό διακονούντες, ως καλοί οικονόμοι ποικίλης χάρι τος Θεού, εί τις λαλεί, ως λόγια Θεού, εί τις διακονεί, ως εξ ισχύος ης χορηγεί ο Θεός, ίνα εν πάσι δοξάζηται ο Θεός διά Ιησού Χριστού, ω εστιν η δόξα καί τό κράτος εις τούς αιώνας τών αιώνων. αμήν.

 

Εις τήν Λιτήν, Στιχηρά ιδιομελα.

Ήχος α

Ανδρέου Ιεροσολυμίτου

Ο Πρωτόκλητος Μαθητής, καί μιμητής τού πάθους, συμμορφούμενός σοι Κύριε, Ανδρέας ο Απόστολος, τούς εν βυθώ τής αγνοίας πλανωμένους ποτέ, τώ αγκίστρω τού Σταυρού σου ανελκύσας, προσήγαγέ σοι, Ταίς πρεσβείαις αυτού Υπεράγαθε, τήν ζωήν ημών ειρήνευσον, καί σώσον τάς ψυχάς ημών.

Ο αυτός

Υμνήσωμεν οι Πιστοί, Πέτρου τόν σύγγονον, Ανδρέαν τόν Χριστού μαθητήν, ούτος γάρ τήν θάλασσαν, δικτύοις ερευνήσας ποτέ, ιχθύας εζώγρησε, νύν δέ τήν οικουμένην, τώ καλάμω σαγηνεύει τού Σταυρού, καί τά έθνη εκ πλάνης επιστρέφει τώ Βαπτίσματι, καί Χριστώ παριστάμενος, αιτείται τήν ειρήνην τώ κόσμω, καί ταίς ψυχαίς ημών τό μέγα έλεος.

Ο αυτός

Τό πύρ τό νοερόν τό φωτίζον διανοίας, καί φλογίζον αμαρτίας, ένδον λαβών εν καρδία, ο Απόστολος Χριστού καί μαθητής, λάμπει μέν ταίς μυστικαίς ακτίσι τών διδαχών, εν ταίς τών εθνών αφωτίστοις καρδίαις, φλέγει δέ πάλιν, τάς φρυγανώδεις τών ασεβών μυθουργίας, τό πύρ γάρ τού Πνεύματος, τοιαύτην έχει τήν ενέργειαν, Ώ θαύμα ξένον καί φοβερόν! η πηλώδης γλώσσα, η πηλίνη φύσις, τό σώμα τό χοϊκόν, τήν νοεράν καί άϋλον υπεδέξατο γνώσιν, Αλλ ώ μύστα τών αρρήτων, καί θεωρέ τών ουρανίων, ικέτευε καταυγασθήναι τάς ψυχάς ημών.

Ήχος πλ. δ

Τόν ποθούμενον Θεόν, εν σαρκί κατιδών επί γής βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τώ μέν ομαίμονι εβόας αγαλλόμενος, Ευρήκαμεν ώ Σίμων τόν ποθούμενον, τώ δέ Σωτήρι δαυϊτικώς εκραύγαζες, Όν τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τάς πηγάς τών υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου πρός σέ Χριστέ ο Θεός, Όθεν καί πόθω πόθον προσθείς, διά σταυρού διαβαίνεις, πρός όν επόθησας, ως αληθής Μαθητής, καί σοφός μιμητής γενόμενος, τού διά Σταυρού αυτού πάθους, διό καί τής δόξης κοινωνός αυτώ γενόμενος, εκτενώς ικέτευε, υπέρ τών ψυχών ημών.

Δόξα... Ήχος πλ. δ

Ανδρέου Ιεροσολυμίτου οι δέ, Ανατολίου

Τόν κήρυκα τής πίστεως, καί υπηρέτην τού Λόγου, Ανδρέαν ευφημήσωμεν, ούτος γάρ ανθρώπους, εκ τού βυθού αλιεύει, αντί καλάμου, τόν Σταυρόν εν ταίς χερσί διακρατών, καί ώς σπαρτίον χαλών τήν δύναμιν, επανάγει τάς ψυχάς, από τής πλάνης τού εχθρού, καί προσκομίζει τώ Θεώ δώρον ευπρόσδεκτον, Αεί τούτον πιστοί, σύν τή χορεία τών Μαθητών τού Χριστού ευφημήσωμεν, ίνα πρεσβεύη αυτώ, όπως ίλεως γένηται ημίν, εν τή ημέρα τής κρίσεως.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Δέσποινα πρόσδεξαι, τάς δεήσεις τών δούλων σου, καί λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης καί θλίψεως.

 

Εις τόν Στίχον

Στιχηρά Προσόμοια

 

Ήχος πλ. α Χαίροις ασκητικών

Χαίροις ο λογικός ουρανός, δόξαν Θεού διαπαντός διηγούμενος, ό πρώτος Χριστώ καλούντι, καθυπακούσας θερμώς, καί αμέσως τούτω συγγενόμενος, υφ ού πυρσευόμενος, καθωράθης φώς δεύτερον, καί τούς εν σκότει, αστραπαίς σου εφώτισας, αγαθότητα, τήν αυτού εκμιμούμενος, Όθεν τήν παναγίαν σου, τελούμεν πανήγυριν, καί τών λειψάνων τήν θήκην, περιχαρώς ασπαζόμεθα, εξ ής αναβλύζεις, σωτηρίαν τοίς αιτούσι, καί μέγα έλεος.

 

Στίχ. Εις πάσαν τήν γήν εξήλθεν ο φθόγγος αυτών καί εις τά πέρατα τής οικουμένης τά ρήματα αυτών.

 

Πρώτον τών ορεκτών ευρηκώς, δι ευσπλαγχνίαν τήν ημών περικείμενον, Ανδρέα θεόφρον φύσιν, συνανεκράθης αυτώ, διαπύρω πόθω τώ συναίμονι, βοών, Όν εκήρυξαν, οι Προφήται, εν Πνεύματι, εύρομεν δεύρο, ταίς αυτού ωραιότησι, καταθέλξωμεν, καί ψυχήν καί διάνοιαν, όπως φωταγωγούμενοι, αυτού ταίς λαμπρότησι, νύκτα τής πλάνης καί σκότος, τής αγνωσίας διώξωμεν, Χριστόν ευλογούντες, τόν παρέχοντα τώ κόσμω, τό μέγα έλεος.

 

Στίχ. Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει τό στερέωμα.

 

Έθνη τά μή ειδότα Θεόν, ως εκ βυθού τής αγνωσίας εζώγρησας, σαγήνη τών σών λογίων, καί συν ταράσσεις σαφώς, αλμυράς θαλάσσας, ίππος άριστος, οφθείς τού Δεσπόζοντος, τής θαλάσσης αοίδιμε, καί σηπεδόνα, αθεϊας εξήρανας, άλας τίμιον, εμβαλών τήν σοφίαν σου, ήν περ καί κατεπλάγησαν, Απόστολε ένδοξε, τής μωρανθείσης σοφίας, οι αναιδώς αντεχόμενοι, Χριστόν μή ειδότες, τόν παρέχοντα τώ κόσμω, τό μέγα έλεος.

Δόξα... Ήχος γ Γερμανού

Τόν συναίμονα Πέτρου, καί Χριστού μαθητήν, τών ιχθύων αγρευτήν, καί αλιέα τών ανθρώπων, εν ύμνοις Τιμήσωμεν, Ανδρέαν τόν Απόστολον, τού γάρ, Ιησού τα διδάγματα, πάντας εξεπαίδευσε τοίς δόγμασι, καί ως δέλεαρ ιχθύσι, τάς σάρκας τοίς ανόμοις παρέδωκε, καί τούτους εσαγήνευσεν, Αυτού ταίς ικεσίαις Χριστέ, παράσχου τώ λαώ σου ειρήνην, καί τό μέγα έλεος.

Καί νύν Ήχος ο αυτός

Ιωσήφ, ειπέ ημίν, πώς εκ τών Αγίων, ήν παρέλαβες Κόρην, έγκυον φέρεις εν Βηθλεέμ; Εγώ, φησί, τούς Προφήτας ερευνήσας, καί χρηματισθείς υπό Αγγέλου, πέπεισμαι, ότι Θεόν γεννήσει, η Μαρία ανερμηνεύτως, ού είς προσκύνησιν, Μάγοι εξ Ανατολών ήξουσι, σύν δώροις Τιμίοις λατρεύοντες, Ο σαρκωθείς δι ημάς, Κύριε δόξα σοι.

 

Απολυτίκιον Ήχος δ

Ως τών Αποστόλων Πρωτόκλητος, καί τού Κορυφαίου αυτάδελφος, τόν Δεσπότην τών όλων Ανδρέα ικέτευε, ειρήνην τή οικουμένη δωρήσασθαι, καί ταίς ψυχαίς η μών τό μέγα έλεος.

Δόξα Καί νύν Θεοτοκίον

 

Καί Απόλυσις

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Μετά τήν α Στιχολογίαν, Κάθισμα

 

Ήχος α Τόν τάφον σου Σωτήρ

Ως θείον Mαθητήν, καί Πρωτόκλητον πάντων, Χριστού τών Μαθητών, ευφημούμέν σε πόθω, Ανδρέα Απόστολε, καί πιστώς εκβοώμέν σοι, ρύσαι ποίμνην σου, ήν εκ Θεού επιστεύθης, πάσης θλίψεως, καί αναγκών καί σκανδάλων, καί πάσης κακώσεως.

 

Δόξα Πάλιν τό αυτό

 

Καί νύν... Θεοτοκίον

Τάς χείράς σου σεμνή, νύν εκτείνασα οίκτω, βοήθειαν ημίν, εξ Αγίου παράσχου, καί δίδου ακίνδυνον, τήν ζωήν διανύσασθαι, τούς δοξάζοντας, τόν σόνπανάγιον Τόκον, καί σέ Δέσποινα, επιγραφομένους Κόρη, ελπίδα καί καύχημα.

 

Μετά τήν β Στιχολογίαν, Κάθισμα

 

Ήχος γ Θείας πίστεως

Πρώτον εύρέ σε, Χριστός μολούντα μύστην άριστον, Ανδρέα μάκαρ, καί τά προστάγματα αυτού τομώς διαγγέλλοντα, τή οικουμένη καθάπερ υπόπτερον, καταφωτίζοντα εθνών τά συστήματα, Αυτόν ως Θεόν παμμακάριστε ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τό μέγα έλεος.

 

Δόξα Πάλιν τό αυτό

 

Καί νύν Θεοτοκίον

Θεία γέγονας, σκηνή τού Λόγου, μόνη πάναγνε, Θεοκυήτορ, τή καθαρότητι Αγγέλους υπεράρασα, τόν υπέρ πάντας εμέ γούν γενόμενον, ρερυπωμένον σαρκός πλημμελήμασιν, αποκάθαρον, πρεσβειών σου ενθέοις νάμασι, παρέχουσα σεμνή τό μέγα έλεος.

 

Μετά τόν Πολυέλεον, Κάθισμα

 

Ήχος πλ. α

Τόν συνάναρχον Λόγον

Τόν Απόστολον πάντες ανευφημήσωμεν, ως αυτόπτην τού Λόγου καί θείον κήρυκα, καί εθνών πνευματικόν, σαγηνευτήν αληθώς, ότι προσήγαγεν ημάς, εις επίγνωσιν Χριστού, Ανδρέας ο θεηγόρος, καί νύν πρεσβεύει αδιαλείπτως, είς τό σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

Δοξα Καί νύν... Θεοτοκίον

Τών εν σοί τάς ελπίδας Παρθένε άχραντε, ανενδοιάστως εχόντων σκέπη υπάρχουσα, εκ ποικίλων πειρασμών καί περιστάσεων, καί κινδύνων χαλεπών, ελευθέρωσον ημάς, πρεσβεύουσα τώ Υιώ σου, σύν τοίς αυτού Αποστόλοις, καί σώσον πάντας τούς ανυμνούντάς σε.

 

Οι Αναβαθμοί, τό α' Αντίφωνον τού δ' Ήχου.

 

Οι Αναβαθμοί Αντίφωνον Α'

        Εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη, αλλ' αυτός αντιλαβού, καί σώσον Σωτήρ μου.

        Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από τού Κυρίου, ως χόρτος γάρ, πυρί έσεσθε απεξηραμμένοι.

Δόξα... Καί νύν...

Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται, καί καθάρσει υψούται λαμπρύνεται, τή τριαδική Μονάδι ιεροκρυφίως.

 

Προκείμενον Ήχος πλ. δ

Εις πάσαν τήν γήν εξήλθεν ο φθόγγος αυτών καί εις τά πέρατα τής οικουμένης τά ρήματα αυτών.

Στίχ. Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει τό στερέωμα.

 

Πάσα πνοή, Ευαγγέλιον, κατά Ματθαίον

Τώ καιρώ εκείνω, περιπατών ό Ιησούς παρά τήν θάλασσαν

 

Ζήτει Κυριακή β

 

Ο Ν

 

Δόξα Ταίς τού Αποστόλου.

Καί νύν Ταίς τής Θεοτόκου.

 

Είτα τό Ιδιόμελον Ήχος α

Ο Πρωτόκλητος Μαθητής, καί μιμητής τού πάθους, συμμορφούμενός σοι Κύριε, Ανδρέας ο Απόστολος, τούς εν βυθώ τής αγνοίας πλανωμένους ποτέ, τώ αγκίστρω τού Σταυρού σου ανελκύσας, προσήγαγέ σοι, Ταίς πρεσβείαις αυτού Υπεράγαθε, τήν ζωήν ημών ειρήνευσον, καί σώσον τάς ψυχάς ημών.

 

Μετά τούτο λέγονται οι Κανόνες, ο τής Θεοτόκου, καί τού Αποστόλου οι δύο.

 

Ο Κανών τής Θεοτόκου

Ωδή α Ήχος α Ο Ειρμός

Ωδήν επινίκιον, άσωμεν πάντες, Θεώ τώ ποιήσαντι, θαυμαστά τέρατα, βραχίονι υψηλώ, καί σώσαντι τόν Ισραήλ, ότι δεδόξασται.

 

Ως μόνη τόν άχρονον, Υιόν εν χρόνω, τεκούσα σαρκί αγνή, Παναγία άχραντε, πάντα τά χρόνια, τής παναθλίας μου ψυχής, πάθη θεράπευσον.

 

Τά τραύματα Πάναγνε, τά τής ψυχής μου, καρδίας τήν πώρωσιν, λογισμού τήν σκότωσιν, καί τού νοός εκτροπάς, αφάνισον ως συμπαθής, ταίς σαίς δεήσεσιν.

 

Τό φώς η κυήσασα, τόν Λυτρωτήν μου, τού σκότους με λύτρωσαι, καί βασάνων, Άχραντε, τών αιωνίων εκεί, όπως σωζόμενος υμνώ, τά μεγαλείά σου.

 

Νοός μου Πανάμωμε, τάς αμαυρώσεις, φωτί σου απέλασον, η τό φώς κυήσασα, καί δώρησαί μοι αγαθή, τό φώς προσβλέψαι τό εκ σού, εξανατείλαν ημίν.

 

Κανών πρώτος τού Αποστόλου

Ποίημα Ιωάννου Mοναχού

 

Ωδή α Ήχος α

Σού η τροπαιούχος δεξιά, θεοπρεπώς εν ισχύϊ δεδόξασται, αύτη γάρ Αθάνατε, ως πανσθενής, υπεναντίους έθραυσε, τοίς, Ισραηλίταις, οδόν βυθού καινουργήσασα.

 

Τήν τεθολωμένην μου ψυχήν, τών εννοιών τε καί λόγων εκκάθαρον, τή ενσκηνωσάση σοι κήρυξ Χριστού, Ανδρέα θεία χάριτι, όπως καθαρώς σοι, προσάξω ύμνον επάξιον.

 

Τίμιον ό Πρόδρομος Χριστού, τών εαυτού Μαθητών ακροθίνιον, ο εκ στειρευούσης σε βλαστός, τώ εκ Παρθένου φύντι Χριστώ, τώ δεδοξασμένω, Ανδρέα χαίρων προσήγαγεν.

 

Έρωτι καί πόθω ακλινεί, τής αρετής τών βαθμίδων αρξάμενος, καί τάς αναβάσεις αεί μελετών, εξ αμυδράς δυνάμεως, πρός τήν ακροτάτην, Ανδρέα δύναμιν έφθασας.

Θεοτοκίον

Χαίρε η τής χάριτος πηγή, Χαίρε η κλίμαξ καί πύλη ουράνιος, Χαίρε η λυχνία, καί στάμνος χρυσή, καί όρος αλατόμητον, η τόν ζωοδότην, Χριστόν τώ κόσμω κυήσασα.

 

Κανών δεύτερος τού Αποστόλου

 

Ωδή α Ήχος α

Ο διά στύλου πυρός καί νεφέλης, τόν Ισραήλ οδηγήσας Θεός, τήν θάλασσαν διέρρηξεν, άρματα δέ Φαραώ εκάλυψεν, Άσωμεν ωδήν επινίκιον, ότι δεδόξασται.

 

Τώ καλάμω τού Ευαγγελίου, εκ τού βυθού τής πλάνης ανελθών, Ανδρέα πολυϋμνητε, σύ εζώγρησας λαούς, ως επηγγείλατο Χριστός, ο σαγηνεύειν διδάξας σε, ανθρώπους ως ιχθύας ζωγρείν.

 

Ο τής πίστεως στύλος, η έδρα τών αληθινών δογμάτων τού Χριστού, Ανδρέας ο θεόπνευστος, πάντα σήμερον καλεί, τής γής τά πέρατα, εορτήν ετήσιον συστήσασθαι, συνέλθωμεν ούν πάντες πιστοί.

 

Τό θαλάσσιον κύτος, δικτύοις ερευνών, τή τέχνη αλιεύς, σαγήνη τή τού Πνεύματος, έθνη, φύλα καί λαούς, ζωγρείς εν Πνεύματι, καί τόν άνω βυθόν πολυθαύμαστε, σαφώς ανακαλύπτεις ημίν.

 

Μυστοπόλε, αυτόπτα καί ρήτορ, τής απορρήτου γνώσεως Χριστού, ο δεξάμενος άνωθεν Πνεύμα Άγιον, λαλούν εν γλώσσαις καθήμενον, τώ πυρί διαιρούν τά χαρίσματα, ικέτευε σωθήναι ημάς.

Δόξα

Προανάρχου Τριάδος, Μονάδα υπερουσίως πίστει προσκυνώ, ου τέμνων τήν θεότητα, έστι γάρ ενοειδής, απλή αμέριστος, συνάπτω δέ αυτήν, ουσιότητι προσώπων, καί πιστώς διαιρώ.

Καί νύν

Βρεφουργείται Θεός εκ Παρθένου, καί νεουργεί τούς φθαρέντας εξ Αδάμ, καί λύει τό μεσότοιχον, καί τής έχθρας τόν φραγμόν, εν τή σαρκί αυτού, κατάραν ευλογεί τής Προμήτορος, εξ αχράντου Μητρός προελθών.

Καταβασία

Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γής, υψώθητε, Άσατε τώ Κυρίω πάσα η γή, καί εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί, ότι δεδόξασται.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή γ Ο Ειρμός

Στερεωθήτω η καρδία μου, εις τό θέλημά σου Χριστέ ο Θεός, ο εφ υδάτων ουρανόν, στερεώσας τόν δεύτερον, καί εδράσας εν τοίς ύδασι, τήν γήν παντοδύναμε.

 

Τής στειρευούσης διανοίας μου, ακαρπίαν πάσαν απέλασον, καί καρποφόρον αρεταίς, τήν ψυχήν μου ανάδειξον, Παναγία Θεοτόκε, τών πιστών η βοήθεια.

 

Ρύσαί με πάσης κατακρίσεως, καί πολλών σκανδάλων τού όφεως, τού αιωνίζοντος πυρός, καί τού σκότους Πανάμωμε, η τό φώς αποκυήσασα, ημίν τό ανέσπερον.

 

Τό απαραίτητον κριτήριον, καί τό πύρ εκείνο τό άσβεστον, καί τήν απόφασιν Αγνή, τήν φρικτήν όλως δέδοικα, σπεύσον σώσον πρό τού τέλους, αγαθή τόν οικέτην σου.

 

Ευλογημένος τής κοιλίας σου, ο καρπός Παρθένε πανύμνητε, τούς γάρ φθαρέντας τώ καρπώ, διά ξύλου Σταυρού αυτού, αφθαρτίσας κατεστήσατο, κοινωνούς θείας χάριτος.

 

Τού Αποστόλου

 

Ο μόνος ειδώς

Προσέδραμες δίψει ου κληθείς, Ανδρέα, αλλ αυθαίρετος, τή τής ζωής πηγή ώσπερ έλαφος, καί πάσι ταύτην ευρών εκήρυξας, καί πιών επότισας, αφθαρσίας νάματα, κεκμηκότα τή δίψει τά πέρατα.

 

Επέγνως τής φύσεως θεσμούς, Ανδρέα αξιάγαστε, καί κοινωνόν τόν σύγγονον είληφας, βοών, Ευρήκαμεν τόν ποθούμενον, καί οδοποιήσαντι, τής σαρκός τήν γέννησιν, καθηγήσω τήν γνώσιν τού Πνεύματος.

 

Σαγήνη τού λόγου εκ βυθού, απάτης εσαγήνευσας, τούς λογικούς ιχθύας Απόστολε, καί τή τραπέζη Χριστού οψώνιον, καθαρόν προσήγαγες, λαμπρυνθέντας χάριτι, τού φανέντος σαρκός ομοιώματι.

Θεοτοκίον

Θεόν συλλαβούσα εν γαστρί, Παρθένε διά Πνεύματος, τού Παναγίου έμεινας άφλεκτος, επεί σε βάτος τώ νομοθέτη Μωσεί, φλεγομένη άκαυστα, σαφώς προεμήνυσε, τήν τό πύρ δεξαμένην τό άστεκτον.

 

Έτερον

 

Στερεωθήτω η καρδία μου

Λόγω καλούντι, Δεύρ οπίσω μου, τώ Χριστώ ευθύς ηκολούθησε, συν τώ Ανδρέα καί Κηφάς, τόν γενέτην εάσαντες, καί τό σκάφος καί τά δίκτυα, ώς πίστεως πρόβολοι.

 

Τά ειδωλεία μετεποίησας, εις ναούς Θεού Πανσεβάσμιε, καθιερώσας εν αυτοίς, τούς υιούς τού Βαπτίσματος, ούς η χάρις ανεκαίνισε, δι ύδατος Πνεύματι.

 

Τόν μαργαρίτην τόν πολύτιμον, μυστικώς τώ κόσμω προεύρηκας, τώ τής καρδίας σου αγρώ, κεκρυμμένον Απόστολε, όν τή πίστει εθησαύρισαν, τά έθνη ευράμενα.

 

Ως θησαυρόν τό Ευαγγέλιον, εν χερσί λαβών Πολυϋμνητε, πάσαν επλούτισας τήν γήν, τού ενθέου κηρύγματος, διό σου τά μνημόσυνα, τιμά σύν τοίς άθλοις σου.

Δόξα...

Τήν εν Τριάδι μίαν δύναμιν, ορθοδόξως πάντες υμνήσωμεν, άναρχον άκτιστον Θεόν, ομοούσιον σύνθρονον, τρισυπόστατον τρισήλιον, αυτήν αναμέλποντες.

Καί νύν...

Πάσα μέν μήτηρ γόνον τίκτουσα, παρθενεύειν έτι ού δύναται, σύ δέ τεκούσα τόν Χριστόν, Μητροπάρθενος πέφηνας, γαλουχούσα τήν ζωήν ημών, Αγνή διαμένουσα.

Καταβασία

Τώ πρό τών αιώνων, εκ Πατρός γεννηθέντι αρρεύστως Υιώ, καί επ εσχάτων εκ Παρθένου, σαρκωθέντι ασπόρως, Χριστώ τώ Θεώ βοήσωμεν, Ο ανυψώσας τό κέρας ημών, Άγιος εί Κύριε.

 

Κάθισμα Ήχος πλ. δ

Τήν Σοφίαν καί Λόγον

Ως πρωτόκλητον πάντων τών Μαθητών, καί αυτόπτην τού Λόγου καί υπουργόν, Ανδρέα Απόστολε, κατά χρέος τιμώμέν σε, τώ γάρ Αμνώ τώ αίροντι, τού κόσμου τά πταίσματα, αδιστάκτω πόθω, θερμώς ηκολούθησας, όθεν καί τού πάθους, κοινωνός ανεδείχθης, τού σαρκί υπομείναντος, εκουσίως τόν θάνατον, Διά τούτο βοώμέν σοι, Πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν αγίαν μνήμην σου.

Δόξα Έτερον, όμοιον

Τών ειδώλων τά θράση καταβαλών, τού Σωτήρος τά πάθη επιποθών, Ανδρέα μακάριε, ανεδείχθης Απόστολος, ουρανόθεν πάσι, πηγάζων τά θαύματα, καί εθνών εγένου, παμμάκαρ Διδάσκαλος, όθεν σου τήν μνήμην, επαξίως τιμώντες, εν ύμνοις δοξάζομεν, καί πιστώς μεγαλύνομεν, τού Κυρίου Απόστολε, Πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν αγίαν μνήμην σου.

Καί νύν Θεοτοκίον

Χαίρε θρόνε πυρίμορφε τού Θεού, Χαίρε Κόρη καθέδρα βασιλική, κλίνη πορφυρόστρωτε, χρυσοπόρφυρε θάλαμε, χλαμύς αλουργόχροε, τιμαλφέστατον τέμενος, αστραπηφόρον άρμα, λυχνία πολύφωτε, Χαίρε Θεοτόκε, δωδεκάτειχε πόλις, καί πύλη χρυσήλατε, καί παστάς αγλαόμορφε, αγλαόχρυσε τράπεζα, θεοκόσμητον σκήνωμα, Χαίρε ένδοξε Νύμφη ηλιοστάλακτε, Χαίρε μόνη ψυχής μου ευπρέπεια.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή δ Ο Ειρμός

Πνεύματι προβλέπων, Προφήτα Αββακούμ, τήν τού Λόγου σάρκωσιν, εκήρυττες βοών, Εν τώ εγγίζειν τά έτη επιγνωσθήση, εν τώ παρείναι τόν καιρόν αναδειχθήση, Δόξα τή δυνάμει σου Κύριε.

 

Παρθένε Παναγία, αμόλυντε σκηνή, μολυνθέντα πταίσματι, καθάρισον με νύν, τών οικτιρμών σου ρανίσι καθαρωτάταις, καί δός μοι χείρα βοηθείας, ίνα κράζω, Δόξα σοι Αγνή θεοδόξαστε.

 

Ναός ηγιασμένος, εδείχθης τού Θεού, τού εν σοί οικήσαντος, Παρθένε υπέρ νούν, αυτόν δυσώπει, αμαρτιών ημάς ρύπου αποκαθάραι, όπως οίκος γνωρισθώμεν, καί κατοικητήριον Πνεύματος.

 

Ελέησον με μόνη, ελέους τήν πηγήν, Θεοτόκε τέξασα, καί λύσον τήν δεινήν, τής ψυχής μου νόσον, καί πόρωσιν τής καρδίας, δακρύων ρείθρα καί κατάνυξιν πρό τέλους, θείαν δωρουμένη πρεσβείαις σου.

 

Νοήσας ο Προφήτης, εν Πνεύματι Θεού, Όρος σε προέγραψε, κατάσκιον Αγνή, τούς γάρ φλογμώ τών εγκλημάτων εκτακέντας, αποκαθαίρεις μεσιτείαις σου Παρθένε, μόνη τών βροτών η ανόρθωσις.

 

Τού Αποστόλου

 

Όρος σε χάριτι τή θεία

Η θεία εξαναλωτική τε τού χείρονος, τού παντουργού καί φωταυγούς, Πνεύματος δύναμις εν σοί, Ανδρέα οικήσασα, θεοπρεπώς πυρίνης γλώττης εν σχήματι, τών απορρήτων ανέδειξε Κήρυκα.

 

Ουχ όπλα πρός άμυναν, ανείλετο σάρκινα, καί πρός καθαίρεσιν δεινών, οχυρωμάτων τού εχθρού, Ανδρέας ο πάντιμος, αλλά Χριστώ φραξάμενος προσενήνοχεν, αιχμαλωτίσας τά έθνη υπήκοα.

 

Τούς πόθω τελούντάς σου, τήν μνήιμην εν άσμασιν, εκ τής αφθόνου δωρεάς τού Διδασκάλου σου Χριστού, Ανδρέα πανόλβιε, πνευματικής αγαλλιάσεως νάματα, αναπιμπλών μή ελλίπης πρεσβείαις σου.

Θεοτοκίον

Yμνούμεν τό μέγα, καί φρικτόν σου μυστήριον, υπερκοσμίους γάρ λαθών, ταξιαρχίας επί σέ, ο Ών καταβέβηκεν, ώς υετός επί πόκον Πανύμνητε, εις σωτηρίαν ημών καί ανάπλασιν.

 

Έτερος

 

Εν πνεύματι προβλέπων

Τά δίκτυά σου ρίψας, καί άρας τόν σταυρόν, δρόμω ηκολούθησας, καλούντι τώ Χριστώ, καί τήν σαγήνην τού Πνεύματος υφαπλώσας, αντί ιχθύων τούς ανθρώπους σαγηνεύεις, Δόξα τώ δοθέντι σοι Πνεύματι.

 

Τού Πνεύματος τήν φλόγα, τή γλώσση προσλαβών, γέγονας Απόστολε, θεόληπτος ανήρ, τών ουρανίων τά κάλλη περιπολεύων, καί τά εν τούτοις νοητά καταμανθάνων, κάλλη καί ημίν εκκαλύπτων αυτά.

 

Τήν έρημον διψώσαν, επότισας Σοφέ, τοίς ενθέοις λόγοις σου, καί έδειξας αυτήν, πολυγονούσαν τά τέκνα τής Εκκλησίας, καρποφορούντα τού κηρύγματος τόν σπόρον, Δόξα τώ δοθέντι σοι Πνεύματι.

 

Τό άφραστόν σου κάλλος, Ανδρέας προϊδών, Ιησού, τόν σύγγονον, εφώνησε λαμπρώς, Πέτρε ομαίμον, ευρήκαμεν τόν Μεσσίαν, τόν εν τώ νόμω καί Προφήταις κηρυχθέντα, δεύρο κολληθώμεν τή όντως ζωή.

Δόξα...

Τριάδα εν Μονάδι, υμνήσωμεν πιστοί, εν μιά θεότητι, Πατέρα καί Υιον, καί Πνεύμα θείον, ουσίαν μίαν καί φύσιν, αδιαιρέτως αχωρίστως, αμερίστως, είς γάρ εν Τριάδι προσώπων Θεός.

Καί νύν

Τόν ένα τής Τριάδος, αφράστως εν γαστρί, συλλαβούσα τέτοκας, αφθόρως ως Υιόν, καί η Τριάς μέν προσθήκην όλως ουκ έσχε, η δέ αγνεία, ώσπερ ήν καί πρό τού τόκου, σώα Θεομήτορ διέμεινεν.

Καταβασία

Ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί, καί άνθος εξ αυτής Χριστέ, εκ τής Παρθένου ανεβλάστησας, εξ όρους ο αινετός, κατασκίου δασέος, ήλθες σαρκωθείς εξ απειράνδρου, ο άυλος καί Θεός, Δόξα τή δυνάμει σου, Κύριε.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή ε ο Ειρμός

Τήν σήν ειρήνην δός ημίν, Υιέ τού Θεού, άλλον γάρ εκτός σου, Θεόν ου γινώσκομεν, τό όνομά σου ονομάζομεν, ότι Θεός ζώντων, καί τών νεκρών υπάρχεις.

 

Τάς κόρας τής καρδίας μου, διάνοιξον Αγνή, βλέπειν με τρανώς, τήν θείαν λαμπρότητα, καί τήν σήν δόξαν τήν ανέκφραστον, όπως ελέους τύχω, καί αιωνίου δόξης.

 

Εν δύο ταίς θελήσεσι, τόν ένα τής σεπτής, τέτοκας Τριάδος Πανάχραντε, φέροντα μίαν τήν υπόστασιν, όν εκτενώς δυσώπει, πάντας ημάς σωθήναι.

 

Πανάχραντε ως τέξασα, Σωτήρα καί Θεόν, πρέσβευε εκ πάσης με θλίψεως, καί νοσημάτων καί κακώσεως, σώον συντηρηθήναι, τόν σόν αχρείον δούλον.

 

Δυσώπησον όν έτεκες, Παρθένε υπέρ νούν, σώζεσθαι τούς πίστει σοι κράζοντας, Χαίρε Παρθένε παναμώμητε, ευλογημένη μόνη, τού κόσμου προστασία.

 

Τού Αποστόλου

 

Ο φωτίσας τή ελλάμψει

Απείληφας όν επόθεις, Ανδρέα Απόστολε, εν αφθάρτοις σύν αυτώ καταλύσας σκηνώμασι, καί τών πόνων δράγματα, τών σών δρεψάμενος αξίως, όθεν σε ύμνοις δοξάζομεν.

 

Επόθησας τόν Δεσπότην, καί τούτον εδίωξας, τοίς ίχνεσι τοίς αυτού πρός ζωήν ποδηγούμενος, καί τά τούτου πάθη, αψευδώς υπέρτιμε Ανδρέα, μέχρι θανάτου μιμούμενος.

 

Εντείνας σε δυνατόν, ώσπερ βέλος Μακάριε, επαφήκεν εις τόν σύμπαντα κόσμον ο Κύριος, τραυματίζων δαίμονας, καί δυσσεβεία τούς ανθρώπους, τραυματισθέντας ιώμενος.

Θεοτοκίον

Ευφραίνονται ουρανών, αι δυνάμεις ορώσαί σε, αγάλλονται σύν αυταίς τών βροτών τά συστήματα, τώ γάρ τόκω ήνωνται τώ σώ, Παρθένε Θεοτόκε, σέ επαξίως δοξάζοντα.

 

Έτερος

 

Καταύγασον ημών

Ποθήσας τόν σταυρόν Χριστού Μαθητά, επορίσω τώ σταυρώ σου, τήν ακήρατον βασιλείαν, ών ο πάντας ελκύσας σταυρώ τούς θεομύστας, κληροδοτήσει υμίν, τοίς θεολόγοις αυτού.

 

Εζήτησας Χριστόν τήν όντως ζωήν, καί ζητήσας πρώτος εύρες, καί ευρών μυστικώς εδράξω, καί έλαβες αυτήν εν αυτώ τώ δεδωκότι, καί γέγονας θησαυρός, ζωής ακαταλύτου.

 

Τά ρήματα τών σών ενθέων βροντών, διηχήθη εν τώ κόσμω, καί απ άκρων εις άκρα γής ήλθεν, εκύκλωσαν γάρ ώσπερ τροχός, καί εφανάν σου αι αστραπαί, ώς φησι Δαυϊδ τή οικουμένη.

 

Μνημόνευε ημών Χριστού Μαθητά, τών τελούντων σου τήν μνήιμην καί τιμώντων, τά λείψανά σου, δεήθητι αεί εκτενώς περί τής Ποίμνης, ής γέγονας απ αρχής, φύλαξ καί σωτηρία.

Δόξα...

Πατέρα καί Υιόν καί Πνεύμα Θεόν, αδιαίρετον Τριάδα, Τρισυπόστατον Βασιλείαν, δοξάσωμεν συμφώνως πιστοί, ακαταπαύστοις θεολογίαις, αυτήν Πιστώς υμνολογούντες.

Καί νύν

Εγέννησας τό φώς, μή γνούσα τό πώς, η ολόφωτος λυχνία, τού ηλίου λαμπαδηφόρε, καί γέγονας αϋλου φωτός καινόν δοχείον, πηγάζον πάση τή γή, θεογνωσίας αυγάς.

Καταβασία

Θεός ών ειρήνης, Πατήρ οικτιρμών, τής μεγάλης Βουλής σου τόν Άγγελον, ειρήνην παρεχόμενον, απέστειλας ημίν, όθεν θεογνωσίας, πρός φώς οδηγηθέντες, εκ νυκτός ορθρίζοντες, δοξολογούμέν σε, Φιλάνθρωπε.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή στ Ο Ειρμός

Τόν Προφήτην Ιωνάν, εκμιμούμενος βοώ, Τήν ζωήν μου Αγαθέ, ελευθέρωσον φθοράς, καί σώσόν με, Σωτήρ τού κόσμου, κράζοντα, Δόξα σοι.

 

Μολυνθέντα με πολλαίς, αμαρτίαις δυσωπώ, σέ τήν όντως αγαθήν, καί αμόλυντον Σκηνήν, Απόπλυνον, παντοίου ρύπου, τή μεσιτεία σου.

 

Κυβερνήτης μοι γενού, θαλαττεύοντι αεί, εν πελάγει τών δεινών, τών τού βίου πειρασμών, καί σώσόν με, πρός σωτηρίας, όρμον ιθύνασα.

 

Τρικυμίαι λογισμών, καί παθών επαγωγαί, καί βυθός αμαρτιών, τήν αθλίαν μου ψυχήν, χειμάζουσι, βοήθησον μοι, Αγία Δέσποινα.

 

Μεγαλείά σοι αεί, εποιήσατο Χριστός, όν ικέτευε αεί, μεγαλύναι επ εμοί, τά πλούσια, αυτού ελέη, Θεοχαρίτωτε.

 

Τού Αποστόλου

 

Εκύκλωσεν ημάς

Τήν θάλασσαν τού βίου περαιούμενος, εν σκάφει τώ τού σώματος, τόν τά σύμπαντα διέποντα Χριστόν, εύρες κυβερνήτην παμμακάρ ιστε, καί πρός αυτόν μάκαρ Ανδρέα, χαίρων προσήνεξαι.

 

Τά πνεύματα τώ λόγω φυγαδεύονται, αι νόσοι δραπετεύουσι, ψυχικών τε παθημάτων ο εσμός, πόρρω τών νοσούντων απελαύνονται, τή εκ Θεού σοι δεδομένη, Ανδρέα χάριτι.

 

Ως κύμα γαληνόν πραέι πνεύματι, κινούμενον Μακάριε, απεξήρανας θαλάσσας πονηράς, τής πολυθεϊας θείοις ρεύμασι, καί ποταμούς θεογνωσίας, πάσιν εξέβλυσας.

Θεοτοκίον

Ευφραίνονται εν σοί Παρθένε άχραντε, τού γένους οι Προπάτορες, τήν Εδέμ απολαβόντες διά σού, ήν εκ παραβάσεως απώλεσαν, σύ γάρ Αγνή, καί πρό τού τόκου καί μετά γέννησιν.

 

Έτερος

 

Τόν Προφήτην Ιωνάν

Ο εκ τής Βηθσαϊδά, καταγόμενος ημάς, εορτάσαι συγκαλεί, τήν πανήγυριν αυτού, προθείς ημίν, τάς αριστείας, τών παλαισμάτων αυτού.

 

Ο τή τέχνη αλιεύς, καί τή πίστει μαθητής, ως βυθόν διερευνών, τάς καρδίας τών πιστών, τό άγκιστρον, χαλά τού λόγου, καί σαγηνεύει ημάς.

 

Τής αγάπης τού Χριστού, εν καρδία σου τό πύρ, περιφέρων Μαθητά, κατεβόας τών εθνών, Η φλόξ υμών, εσβέσθη όντως, επιφανέντος Χριστού.

 

Οι τώ άλατι τόν νούν, αρτυθέντες τού Χριστού, τά οψώνια υμών, κατεγλύκαναν ημίν, τά δόγματα, τής ουρανίου, καί ακηράτου τρυφής.

Δόξα

Τόν Πατέρα καί Υιόν, καί τό Πνεύμα τό ευθές, προσκυνήσωμεν πιστοί, τρισυπόστατον φύσιν, αμέριστον, βοώντες, Δόξα, τώ εν Τριάδι Θεώ.

Καί νύν

Ευδοκία τού Πατρός, εσαρκώθη ο Υιός, διά Πνεύματος Θεού, εν τή μήτρα σου Αγνή, καί έσωσε, τήν πρίν εικόνα, Θεοκυήτορ σαφώς.

Καταβασία

Σπλάγχνων Ιωνάν, έμβρυον απήμεσεν, ενάλιος θήρ, οίον εδέξατο, τή Παρθένω δέ, ενοικήσας ο Λόγος καί σάρκα λαβών, διελήλυθε φυλάξας αδιάφθορον, ής γάρ, ουχ υπέστη ρεύσεως, τήν τεκούσαν, κατέσχεν απήμαντον.

 

Κοντάκιον Ήχος β

Τήν εν πρεσβείαις

Τόν τής ανδρείας επώνυμον θεηγόρον, καί μαθητών τόν πρωτόκλητον τού Σωτήρος, Πέτρου τόν σύγγονον ευφημήσωμεν, ότι ως πάλαι τούτω καί νύν ημίν εκέκραγεν, Ευρήκαμεν δεύτε τόν ποθούμενον.

Ο Οίκος

Άνωθεν μέν Δαυίδ αναστέλλει αμαρτωλόν, ώς εμέ, διηγείσθαι Θεού ευλόγως τά δικαιώματα, όμως πρός πίστιν διδάσκει πάλιν, καί εν δάκρυσι πλείστοις εξαγορεύει, Σήμερον γάρ τής φωνής αυτού εάν ακούσητε, καρδίας μή σκληρυνθήτε, ώς ποτε Ισραήλ παρεπίκρανεν, Επάγει ούν τώ εξής Ψαλμώ, Τώ Κυρίω η σύμπασα γή άσατε, Ευρήκαμεν δεύτε τόν ποθούμενον.

 

Συναξάριον

Τή Λ τού αυτού μηνος, Μνήμη τού Αγίου ενδόξου καί πανευφήμου Αποστόλου, Ανδρέου τού Πρωτοκλήτου.

Στίχοι

        Αντίστροφον σταύρωσιν Ανδρέας φέρει,

        Φανείς αληθώς ού σκιώδης αντίπους.

        Σταυρόν κακκεφαλής τριακοστή Ανδρέας έτλη.

 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Φρουμεντίου, Επισκόπου Ινδίας.

Στίχοι

        Φρουρούμενος χάριτι ΣεΙnflς Τριάδος,

        Φρουμέντιος δέδειχε φρούδον τήν πλάνην.

 

Ταίς τών Αγίων σου πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή ζ Ο Ειρμός

Τούς εν καμίνω Παίδάς σου Σωτήρ, ουχ ήψατο, ουδέ παρηνώχλησε τό πύρ, τότε οι τρείς ως εξ ενός στόματος, ύμνουν καί ηυλόγουν λέγοντες, Ευλογητός ο Θεός, ο τών Πατέρων ημών.

 

Τήν μιανθείσαν άχραντε ψυχήν, αγίασον, πάντοτε τού δούλου σου Αγνή, καί τού νοός δεινάς αιχμαλωσίας, καί καρδίας πώρωσιν, καί τών δαιμόνων ορμάς, τάχος αφάνισον.

 

Νενεκρωμένον πάθεσι σαρκός, Πανάμωμε, ζώωσον τόν νούν μου καί Θεώ, τά αρεστά επιτελείν ενίσχυσόν με, ίνα μεγαλύνω σε, ίνα δοξάζω αεί, τήν αγαθότητα σου.

 

Νεκρωσόν μου Δέσποινα αγνή, Τά τής σαρκός πάθη, καί ψυχής μου Ταπεινής ρύπον, δεινόν εναποσμήχουσα Παρθένε, καί λογοθεσίου με, τών αοράτων εχθρών, ρύσαι καί σώσόν με.

 

Σοί Παναγία άχραντε αγνή, οι δούλοί σου, πάντοτε ημέρας καί νυκτός, ποσπίπτομεν συντετριμμένη διανοία, δυσωπούντες λύτρωσιν, αμαρτημάτων ευρείν, ταίς ικεσίαις ταίς σαίς.

 

Τού Αποστόλου

 

Σέ νοητήν Θεοτόκε

Η αψευδής, εμφανώς πεπλήρωται, επαγγελία σου Χριστέ, τώ γάρ σάλω ο φοιτητής, σού ο ενΘεώτατος, λόγω εμβριμώμενος, πρός ιλαράν γαλήνην μετέβαλεν, Ο αινετός αναμέλπων, Θεός καί υπερένδοξος.

 

Τώ νοητώ, τής Σιών Απόστολε, προβήναι όρει κελευσθείς, σωτηρίου τε ειληφώς, χαίρων τό ποτήριον, έδης πορθμευόμενος, διά θανάτου πρός θείαν ζωήν, ένθα Χριστός τών απάντων, Θεός καί υπερένδοξος.

 

Σύ γηγενής, πεφυκώς Απόστολε, υπερφυώς τερατουργείς, δι αγάπης γάρ συγκραθείς, τούτω ηκολούθησας, Χριστώ τώ σέ αγαπήσαντι, Ο αινετός αναμέλπων, Θεός καί υπερένδοξος.

Θεοτοκίον

Χαίρε σεμνή, τού Αδάμ τό κώδιον, εξ ού προήλθεν ο Ποιμήν, ενδυσάμενος αληθώς, ο υπερυψούμενος, όλον με τόν άνθρωπον, εν τή γαστρί σου ανέπλασεν, ο αινετός τών Πατέρων, Θεός καί υπερένδοξος.

 

Έτερος

 

Τούς εν καμίνω Παίδάς σου

Τού Παναγίου Πνεύματος τό πύρ, σπασάμενος, άνωθεν Απόστολε Χριστού, γλώσσαις καιναίς, αίς μηδαμού εφθέγξω, τοίς τού κόσμου πέρασι, διεκελεύσθης λαλείν τά μεγαλεία αυτού.

 

Υπερεκπλήττει πάντα λογισμόν, τό κήρυγμα, όπερ εσαλπίσατε τή γή, μύσται Χριστού, καί θεωροί τών άνω, ότι μόνοι δώδεκα όντες, τάς μυριάδας τής γής κατεφωτίσατε.

 

Εθαυμαστώθη Δέσποτα Χριστέ, η χάρις σου, εν τοίς θεοσόφοις Μαθηταίς, ότι μικροί καί ιδιώται όντες, πάσαν γήν διέδραμον, από τών άκρων αυτής έως περάτων αυτής.

 

Τί τό διδάξαν ούτω σε λαλείν, Απόστολε τί τό καταλάμψαν σου τόν νούν, βλέπειν τρανώς, τής απροσίτου δόξης, τήν αυγήν τήν λάμψασαν, τής αληθείας τό φώς εν ταίς καρδίαις ημών;

Δόξα

Τριαδικώς υμνήσωμεν πιστοί, δοξάζοντες, άναρχον Πατέρα καί Υιόν, Πνεύμα ευθές, μοναδικήν ουσίαν μίαν, ήν τρισσώς υμνήσωμεν. Άγιος, άγιος, άγιος εί, εις τούς αιώνας. Αμήν.

Καί νύν

Ως τής Τριάδος ένα σε Χριστέ, δοξάζομεν, ότι εκ Παρθένου σαρκωθείς, δίχα τροπής, ανθρωπικώς πάντα ηνέσχου, μή εκστάς τής φύσεως, τής πατρικής, Ιησού, ει καί ηνώθης ημίν.

Καταβασία

Οι Παίδες ευσεβεία συντραφέντες, δυσσεβούς προστάγματος καταφρονήσαντες, πυρός απειλήν ουκ επτοήθήσαν, αλλ εν μέσω τής φλογός, εστώτες έψαλλον, Ο τών Πατέρων Θεός ευλογητός εί.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή η Ο Ειρμός

Ον φρίττουσιν Άγγελοι, καί πάσαι στρατιαί, ώς Κτίστην καί Κύριον, υμνείτε ιερείς, δοξάσατε παίδες, ευλογείτε λαοί, καί υπερυψούτε, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Σαρκούται ο άσαρκος, εκ σού θεοπρεπώς, όν αίτησαι Πάναγνε, τά πάθη τής εμής, ψυχής θανατώσαι, καί ζωώσαι αυτήν, νεκρωθείσαν πάλαι, κακίστη αμαρτία.

 

Ιάσω τό σύντριμμα, Αδάμ τού χοϊκού, Σωτήρα κυήσασα, Πανάχραντε Θεόν, αυτόν εκδυσώπει τάς πληγάς τής εμής, ψυχής θεραπεύσαι, ανίατα νοσούσης.

 

Ανάστησον κείμενον, εις βάθη με κακών, τούς νύν πολεμούντάς με, πολέμησον εχθρούς, τρωθέντα ατόποις, ηδοναίς τήν ψυχήν, Αγνή μή παρίδης, αλλ οίκτειρον καί σώσον.

 

Ιάτρευσον Άχραντε, τά πάθη τής εμής, καρδίας κυήσασα, τόν πάντων Ιατρόν, καί τής τών Δικαίων δείξον μέτοχον, Παρθένε μερίδος, Χριστόν εκδυσωπούσα.

 

Τού Αποστόλου

 

Εν καμίνω Παίδες

Φωτοφόρος καί ευφραντική, ακτίνας ιαμάτων, Ανδρέα Χριστού Απόστολε, νύν εξέλαμψεν ημίν, η ένθεος μνήμη σου, τοίς βοώσι, Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Ανθρωπίνης φύσεως λαχών, τούς ταύτης υπερέβης, θεσμούς καί πρός τήν Αγγέλων, μεταβέβηκας σκηνήν, Ανδρέα Απόστολε, καί κραυγάζεις, πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Η εξ ύψους Πνεύματος Θεού, πνοή σε εκπυρώσασα, Ρήτορα θεηγόρον, αναδείκνυσι θερμόν, βοώντα Απόστολε τώ Χριστώ σου, Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Φεγγοβόλος ώσπερ αστραπή, εις φώς εθνών εξήλθες, τό σκότος τής αγνωσίας, εκδιώκων καί πιστους, φωτίζων κραυγάζοντας, Ευλογείτε, πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

Θεοτοκίον

Τήν ασπόρως καί υπερφυώς, εξ αστραπής τής θείας, τεκούσαν τόν μαργαρίτην, τόν πολύτιμον Χριστόν, υμνήσωμεν άπαντες εκβοώντες, Πάντα τά έργα Κυρίου, τόν Κύριον υμνείτε, καί υπερυψούτε εις πάντας τούς αιώνας.

 

Έτερος

 

Τόν εν Σινά τήν βάτον

Τή τέχνη τής αλιείας, εκ θαλάσσης ήγρευσας ιχθύας Πάνσοφε, νύν δέ τή πίστει, ανθρώπους σαγηνεύεις Χριστώ, εκ πλάνης τού εχθρού, βυθός γάρ ήν η πλάνη ποτέ, βυθίζων τά έθνη, τή ζάλη τής αγνοίας.

 

Τόν νοητόν τού βίου, ακυμάντως έπλευσας βυθόν Απόστολε, διαπετάσας, τό ιστίον τού Πνεύματος, τή πίστει τού Χριστού, διό καί εις λιμένα ζωής κατήντησας χαίρων, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Τού νοητού Ηλίου, επί ξύλου δύναντος αυτεξουσίω βουλή, ο τού ηλίου φωστήρ συναναλύσαι ζητών, καί δύναι εις Χριστόν, εν ξύλω εκρεμάσθη σταυρού, Ανδρέας ο μέγας, λαμπτήρ τής Εκκλησίας.

 

Ωμαθητά καί φίλε, τού Χριστού καί σύμψηφε τών Αποστόλων αυτού, όταν εν θρόνω, κάθηται Κριτής σύν ημίν, τοίς δώδεκα κρίναι, ως η επαγγελία φησί, γένοισθε τότε ημίν, φιλανθρωπίας τείχος.

Δόξα

Τρισσοφαή Μονάδα, καί Τριάδα σύνθρονον δοξολογήσωμεν, ού διαιρούντες, ενούντες δέ αυτήν συμφυώς, ως μίαν αληθώς, ουσίαν ηνωμένην, εν προσώποις τρισίν, ού συναλειφομένην.

Καί νύν

Τόν τής Τριάδος ένα, συλλαβούσα τέτοκας σεσαρκωμένον εκ σού, καινοτομούντα, τούς νόμους τούς τής φύσεως, τώ τόκω σου Αγνή, Αυτόν υπέρ ημών, ως Θεόν αεί δυσωπούσα, μή παύση Θεοτόκε.

Καταβασία

θαύματος υπερφυούς η δροσοβόλος, εξεικόνισε κάμινος τύπον, ου γάρ ούς εδέξατο φλέγει Νέους, ώς ουδέ πύρ τής θεότητος, Παρθένου ήν υπέδυ νηδύν, διό ανυμνούντες αναμέλψωμεν, Ευλογείτω η Κτίσις πάσα τόν Κύριον, καί υπερυψούτω, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Τής Θεοτόκου

 

Ωδή θ Ο Ειρμός

Τήν φωτοφόρον νεφέλην, εν ή ο πάντων Δεσπότης, ώς υετός εξ ουρανού, επί πόκον κατήλθε, καί εσαρκώθη δι ημάς, γενόμενος άνθρωπος, ο άναρχος, μεγαλύνωμεν πάντες, ώς Μητέρα τού Θεού ημών αγνήν.

 

Φιλαμαρτήμων υπάρχων, εν αμελεία διάγω, καί τό κριτήριον Αγνή, τό αδέκαστον τρέμω, εν ώ με τήρησον ταίς σαίς, αγίαις δεήσεσι, Θεόνυμφε, ακατάκριτον όπως, ως προστάτιν μακαρίζω σε αεί.

 

Φρίττω τό βήμα Παρθένε, καί τό αλάθητον όμμα, τού σού Υιού πράξεις αισχράς, επί γής εκτελέσας, καί διά τούτό σοι βοώ, Πανεύσπλαγχνε Δέσποινα βοήθει μοι, καί τής τότε ανάγκης, εξελού με καί διάσωσον Αγνή.

 

Ως φοβερά η ημέρα, τής εξετάσεως Κόρη! ώς η απόφασις φρικτή! ώς δεινή η αισχύνη! τίς υποστήσεται λοιπόν, πανάχραντε Δέσποινα ελέησον, τήν αθλίαν ψυχήν μου, καί πρό τέλους δός μοι άφεσιν Αγνή.

 

Φώς η τεκούσα τό θείον, εσκοτισμένον με πάσαις, ταίς προσβολαίς τού πονηρού, καί κακίαις απάσαις, καί παροργίζοντα Θεόν, Πανάμωμε φώτισον, οδηγούσα προς καλάς εργασίας, ως αιτία ούσα πάντων τών καλών.

 

Τού Αποστόλου

 

Τύπον τής αγνής

Οία φοιτητής πανάριστος, τού τώ σταυρώ βουλήσει προσομιλήσαντος, τώ Δεσπότη σου μέχρι θανάτου επόμενος, ανελήλυθας χαίρων εις ύψος σταυρού, στελλόμενος πορείαν, πρός ουρανούς μάκαρ Απόστολε.

 

Πύλη τής Εδέμ σοι ήνοικται, καί προσετέθη κλίμαξ η επουράνιος, καί εδέξαντο τών ουρανών τά σκηνώματα, καί παρέστηκας χαίρων Απόστολε, Χριστώ τώ ζωοδότη, υπέρ τού κόσμου πρέσβυς άριστος.

 

Ίσοις εδοξάσθης πάθεσι, τού Διδασκάλου μάκαρ Ανδρέα πάνσοφε, διά γάρ σταυρού τό θείον τέλος απείληφας, καί μεθέξει Θεός εχρημάτισας, διό σε δυσωπούμεν, υπέρ ημών αεί ικέτευε.

 

Χαίροις ξυνωρίς πανάριστος, εν ουρανοίς λαχούσα νύν τό πολίτευμά, εποπτεύοις τε, τών υμνητών τήν προαίρεσιν, εαυτών εκνικώσαν τήν δυναμιν, καί θείων χαρισμάτων, καταγλαϊζοις τή λαμπρότητι.

Θεοτοκίον

Ρίζης εκ Δαυϊδ εβλάστησας, προφητικής Παρθένε καί θεοπάτορος, αλλά καί Δαυϊδ ως αληθώς σύ εδόξασας, ως τεκούσα τόν προφητευόμενoν, τόν Κύριον τής δόξης, όν επαξίως μεγαλύνομεν.

 

Έτερος

 

Τήν φωτοφορον νεφέλην

Ο τήν σαγήνην απλώσας, τής μυστικής θεωρίας, καί ώς ιχθυας εν αυτή, σαγηνεύσας τά κάλλη, τών ουρανίων εννοιών, ικέτευε Άγιε, τήν Αγίαν Τριάδα, τού πηγάσαι καί ημίν τόν ιλασμόν.

 

Ευχαριστούμεν τά έθνη, τά διά σού φωτισθέντα, καί από γής εις ούρανους, διά σού αναχθέντα, τής γάρ λατρείας τού εχθρού, εκστάντες γεγόναμεν συμμέτοχοι, τών Αγίων Αγγέλων, τού Κυρίου τε τής δόξης κοινωνοί.

 

Τών απορρήτων αυτόπται, καί υπηρέται τού Λόγου, μυσταγωγοί καί θεωροί, τών ανεξιχνιάστων, συγκληρονόμους καί ημάς, γενέσθαι δεήθητε Απόστολοι, τής Χριστού βασιλείας, καί μετόχους τής θεότητος αυτού.

 

Δεσμείν καί λύειν λαβόντες, παρά Χριστού εξουσίαν, λύσατε πάντας τών δεσμών, τών πολλών εγκλημάτων, ότι ελεύσεται Χριστός, καί πάντες καθήσεσθε οι Δώδεκα, επί θρόνοις τοσούτοις, κρίναι πάσας, τάς φυλάς τού Ισραήλ.

Δόξα

Τήν τρισυπόστατον Φύσιν, καί αδιαίρετον δόξαν, τήν εν θεότητι μιά, υμνουμένην απαύστως, εν ουρανώ καί επί γής, Τριάδα αχώριστον δοξάσωμεν, σύν Υιώ τόν Πατέρα, καί τό Πνεύμα προσκυνούντες ευσεβώς.

Καί νύν

Υπό τήν σήν ευσπλαγχνίαν, τούς καταφεύγοντας πίστει, καί προσκυνούντας ευσεβώς, τόν Υιόν σου Παρθένε, Θεογεννήτορ ως Θεόν, τού κόσμου καί Κύριον ικέτευε, εκ φθοράς καί κινδύνων λυτρωθήναι, καί παντοίων πειρασμών.

Καταβασία

Μυστήριον ξένον, ορώ καί παράδοξον! ουρανόν τό Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν, τήν Παρθένον, τήν φάτνην χωρίον, εν ώ ανεκλήθη ο αχώρnτος, Χριστός ο Θεός, όν ανυμνούντες μεγαλύνομεν.

 

Εξαποστειλάριον

Εν Πνεύματι τώ Ιερώ

Ο Λόγος ο προάναρχος, ευρηκώς σε παμμάκαρ, Πρωτόκλητον ανέδειξε, πάντων τών Αποστόλων, Ανδρέα παναοίδιμε, καί τοίς τούτου ίχνεσιν, επόμενος ανεδείχθης, οδηγός πλανωμένων, πρός ουράνιον αυτούς, ανάγων θείαν πορείαν.

Έτερον Γυναίκες ακουτίσθητε

Τού Πέτρου, τόν συναίμονα, τών μαθητών τόν πρώτιστον, αυτόπτην καί υπηρέτην, γενόμενον τόν τού Λόγου, Ανδρέαν τόν Απόστολον, ενδόξως ευφημήσωμεν, τά έθνη γάρ εφώτισε, καί σταυρωθείς τελειούται, ώς Μαθητής τού Δεσποτου.

Θεοτοκίον, όμοιον

Θεόν όν περ εγέννησας, Παρθένε παναμώμητε, ικέτευε υπέρ πάντων, τών ευσεβών σε τιμώντων, σύν τώ κλεινώ Αποστόλω, τυχείν θείας ελλάμψεως, τού σού Υιού καί στάσεως, τών εκλεκτών καί Αγίων, όσα γάρ θέλεις ισχύεις.

 

Εις τους Αίνους, ιστώμεν Στίχους δ καί ψάλλομεν Στιχηρά Προσόμοια.

 

Ήχος α Τών ουρανίων

Βηθσαϊδά νύν αγάλλου, εν σοί γάρ ήνθησαν, εκ μυστικής λιβάδος, ευωδέστατα κρίνα, Πέτρος καί Ανδρέας, κόσμω παντί, τό τής πίστεως κήρυγμα, ευωδιάζοντες χάριτι τού Χριστού, ού καί τά πάθη εμιμήσαντο.

 

Ανδρέα χαίρε καί σκίρτα, ότι εδέξω σαφώς, εν τή τού Λόγου λάμψει, τόν Ήλιον τής δόξης, Χριστόν τόν ζωοδότην, όν καί κρατών, εν τή πίστει εκήρυξας, τούτον δυσώπει απαύστως υπέρ ημών, τών εν πίστει ανυμνούντων σε.

 

Ο μυστολέκτης τής θείας, οικονομίας Χριστού, ο εκλεχθείς εν πρώτοις, μαθητεύσαι τώ Λόγω, Ανδρέας ο θεόπτης, εβόα φησί, τόν συναίμονα Πέτρον ιδών, Ευρήκαμεν τόν Μεσσίαν όν η Γραφή, καί Προφήται προεκήρυξαν.

 

Η τών Πατρέων σε πολις, Ποιμένα κέκτηται, καί πολιούχον θείον, καί κινδύνων παντοίων, ρύστην καί φρουρόν σε, Ανδρέα σοφέ, ευχαρίστως τιμώσά σε, Αλλ εκδυσώπει απαύστως υπέρ αυτής, διασώζεσθαι αλώβητον.

Δόξα Ήχος πλ. δ

Τόν κήρυκα τής πίστεως, καί υπηρέτην τού Λόγου, Ανδρέαν ευφημήσωμεν, ούτος γάρ τούς ανθρώπους, εκ τού βυθού αλιεύει, αντί καλάμου τόν σταυρόν, εν ταίς χερσί διακρατών, καί ώς σπαρτίον χαλών τήν δύναμιν, επανάγει τάς ψυχάς, από τής πλάνης τού εχθρού, καί προσκομίζει τώ Θεώ δώρον ευπρόσδεκτον, Αεί τούτον πιστοί, σύν τή χορεία τών Μαθητών τού Χριστού ευφημήσωμεν, ίνα πρεσβεύη αυτώ, όπως ίλεως γένηται ημίν, εν τή ημέρα τής κρίσεως.

Καί νύν Ήχος ο αυτός

Υπόδεξαι Βηθλεέμ, τήν τού Θεού Μητρόπολιν, φώς γάρ τό άδυτον, επί σέ γεννήσαι ήκει, Άγγελοι θαυμάσατε εν ουρανώ, άνθρωποι δοξάσατε επί τής γής, Μάγοι εκ Περσίδος, τό τρισσόκλεον δώρον προσκομίσατε, Ποιμένες αγραυλούντες, τόν Τρισάγιον ύμνον μελωδήσατε, Πάσα πνοή, αινεσάτω τόν παντουργέτην.

 

Δοξολογία Μεγάλη

 

Εις τήν Λειτουργίαν, τά Tυπικά, καί εκ τών Κανόνων τού Αποστόλου, η γ καί ς Ωδή.

 

Κοινωνικόν

Εις πάσαν τήν γήν εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, καί εις τά πέρατα τής οικουμένης τά ρήματα αυτών. Αλληλούϊα.