ΤΗ ΚΔ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ

 

Μνήμη τής Οσίας Μητρός ημών Ξένης.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

 

Εις τό, Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν Στίχους ς' καί ψάλλομεν Στιχηρά Προσόμοια.

 

Ήχος α'

Τών ουρανίων ταγμάτων

Μεταναστεύουσα πρώην, τή διαθέσει Σεμνή, καί βεβαιούσα έργω, τό κριθέν σοι εννοία, εξήλθες τής ματαίας τών ηδονών, μακαρία λειότητος, καί αρετών τή τραχεία ευθυδρομείς, αναβάσει ξενιτεύουσα.

 

Εν τώ λιμένι τού θείου, προσορμισθείσα ισθμού, διαπεράς κυμάτων, τών τού κόσμου τόν σάλον, ψυχής δέ σου τό πλοίον, όλον σεμνή, αδιάκλυστον φέρουσα, εξ ηδονών τάς πικρίας τών μυστικών, αγωγίμων μένεις έμπλεως.

 

Θεοπρεπεί τή μιμήσει, σύ ξενιτεύσασα, τού δι' ημάς εξ άνω, πρός ημάς κατελθόντoς, υψώσαι τούς πεσόντας, μένεις σοφή, συγγενέσι μέν άγνωστος, αλλ' ευσεβέσι γνωστή, ως πρός τόν Θεόν, Ξένη Πάντοτε πρεσβεύουσα.

Δόξα... Καί νύν... Θεοτοκίον

Δεδοξασμένη υπάρχεις, εν γενεαίς γενεών, Παρθενομήτορ Κόρη, Θεοτόκε Μαρία, τού κόσμου προστασία, τεκούσα σαρκί, τόν Υιόν τού ανάρχου Πατρός, καί συναϊδιον Πνευματι αληθώς, όν ικέτευε σωθήναι ημάς.

Η Σταυροθεοτοκίον

Αναρτηθέντα ώς είδεν, επί Σταυρού τόν Υιόν, η άμωμος Παρθένος, θρηνωδούσα εβόα. Γλυκύτατόν μου τέκνον, τί τό καινόν, καί παράδοξον θέαμα; πώς ο κατέχων τά πάντα εν τή δρακί, επί ξύλου προσηλώθης σαρκί;

 

Απολυτίκιον  Ήχος πλ. δ'

Εν σοί Μήτερ ακριβώς διεσώθη τό κατ' εικόνα, λαβούσα γάρ τόν σταυρόν, ηκολούθησας τώ Χριστώ, καί πράττουσα εδίδασκες, υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γάρ, επιμελείσθαι δέ ψυχής, πράγματος αθανάτoυ, διό καί μετά Αγγέλων συναγάλλεται, Οσία Ξένη τό Πνεύμά σου.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Μετά τήν συνήθη Στιχολογίαν, οι δύω Κανόνες τής Οκτωήχου καί τής Αγλίας είς.

 

Ωδή α'  Ήχος πλ. δ'

«Άσμα αναπέμψωμεν λαοί, τώ θαυμαστώ Θεώ ημών, τώ απαλλάξαντι τόν Ισραήλ εκ δουλείας, ωδήν επινίκιον, άδοντες καί βοώντες. Άσωμέν σοι τώ μόνω Δεσπότη».

 

Ξένον όντα πάσης αρετής, καί μακρυνθέντα πράξεσιν, από Θεού ατόποις, οικείωσόν με τούτω, ευχαίς ευπροσδέκτοις σου, Ξένη σεμνή Οσία, σού τόν ξένον βίον ευφημούντα.

 

Πύρ σε αναφλέξαν νοητόν, ως ύλην ευκατάπρηστον, τήν κοσμικήν απάτην, καί σαρκικόν μνηστήρα, αρνήσασθαι έπεισε, γνώμη ανδρειοτάτη, καί Κυρίω αγνώς μνηστευθήναι.

 

Ξένην εννοήσασα ζωήν, εν ουρανοίς τήν μένουσαν, καί μή παρεχοκλήσιν ως τήν πράξιν, μένην, την ημείψω καί έδραμες, έλαφος ως διψώσα, αθανάτου κατ' ίχνος μνηστήρος.

Θεοτοκίον

Ύμνοις τήν πανάχραντον πιστοί, Μαρίαν ευφημήσωμεν, τήν Θεομήτορα, τήν κεχαριτωμένην, τήν σκέπην τήν ένθεον, τόν εύδιον λιμένα, τήν τών πάντων πιστών σωτηρίαν.

 

Ωδή γ'

«Ο στερεώσας λόγω τούς ουρανούς, καί τήν γήν εδράσας επί υδάτων πολλών, στερέωσόν με πρός ύμνον, καί δοξολογίαν σου Κύριε».

 

Κατακρατήσας έρως ο θεϊκός, τής αγνής ψυχής σου, λήθην λαμβάνειν σε, τών τής ασκήσεως πόνων έπεισε, Σεμνή καί τής φύσεως.

 

Τού αθανάτου μνηστήρος καλλοναίς, ηδομένη κάλλη σαρκός εμάρανας, καί ώφθης, ωραιοτάτη, θείον πρός νυμφώνα σκηνώσασα.

 

Κεχρυσωμένας πτέρυγας αρετών κτησαμένη ύψος πρός ουράνιον, επέτασας Μακαρία, ως περιστερά αδιάφθορος.

Θεοτοκίον

Η φωτεινή νεφέλη τού νοητού, καί φαιδρού Ηλίου τού ανατείλαντος, εκ τής γαστρός σου Παρθένε, φώτισον τάς ψυχάς τών υμνούντων σε.

Ο Ειρμός

«Ο στερεώσας λόγω τούς ουρανούς, καί τήν γήν εδράσας επί υδάτων πολλών, στερέωσόν με πρός ύμνον, καί δοξολογίαν σου Κύριε».

 

Κάθισμα  Ήχος πλ. δ'

Τήν Σοφίαν καί Λόγον

Τόν δι' οίκτον οφθέντα επί τής γής, αγαπήσασα Λόγον Θεού Πατρός, αυτώ ηκολούθησας, ως νuμίω Πανόλβιε, καί φθαρτόν νυμφίον, προθύμως κατέλιπες, καί ενεγκαμένην, καί πλούτον επίκηρον, όθεν επί ξένης, φερωνύμως βιούσα, τά πάθη ενέκρωσας, καί τών ζώντων απείληφας, κληρουχίαν θεόπνευστε. Πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν Αγίαν μνήμην σου.

Θεοτοκίον, όμοιον

Πειρασμοίς πολυτρόποις περιπεσών, εξ εχθρών σσοράτων καί ορατών, τώ σάλω σθνέχομαι, τών αμέτρων πταισμάτων μου, καί ως θερμή αντιλήψει, καί σκέπη μου άχραντε, τώ λιμένι προστρέχω, τής σής αγαθότητος, όθεν Παναγία, τόν εκ σού σαρκωθέντα, ασπόρως ικέτευε, υπέρ πάντων τών δούλων σου, τών απαύστως υμνούντων σε, Θεοτόκε πανάχραντε, πρεσβεύουσα αυτώ εκτενώς, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς προσκυνούσιν αξίως, τόν Πανάγιον τόκον σου.

Η Σταυροθεοτοκίον

Τόν Αμνόν καί Ποιμένα καί Λυτρωτήν, η Αμνάς θωρούσα, εν τώ Σταυρώ, ωλόλυζε δακρύουσα, καί πικρώς εκβοώσα, ο μέν κόσμος αγάλλεται, δεχόμενος τήν λύτρωσιν, τά δέ σπλάγχνα μου φλέγονται, ορώσης σου τήν σταύρωσιν, ήν περ υπομένεις, διά σπλάγχνα ελέους, Μακρόθυμε Κύριε, τού ελέους η άβυσσος, καί πηγή αγαθότητος, σπλαγχνίσθητι καί δώρησαι ούν, τών πταισμάτων άφεσιν τοίς δούλοις σου, τοίς ανυμνούσί σου πίστει, τά θεία παθήματα.

 

Ωδή δ'

«Εξ όρους κατασκίου, Λόγε ο Προφήτης, τής μόνης Θεοτόκου, μέλλοντος σαρκούσθαι, θεοπτικώς κατενόησε καί εν φόβω, εδοξολόγει σου τήν δύναμιν».

 

Προίκα τώ Xριστώ προσήξας τήν αγνείαν, νέκρωσιν μελών, καί πόνους εγκρατείας, καί αντεδέξω ουράνιον βασιλείαν, καί αιωνίζουσαν απόλαυσιν.

 

Βρέχουσα στρωμνήν, τοίς δάκρυσιν Οσία, καί μετά σποδού, εσθίουσα τόν άρτον, τής παρακλήσεως έτυχες τής αγήρω, καί Παραδείσου απολαύσεως.

 

Τύπον σεαυτήν, καλών παρεχομένη, είλκυσας πολλάς, ψυχάς εις σωτηρίαν, απορραγείσας τού κόσμου τής προσπαθείας, Ξένη θεόφρον αξιάγαστε.

Θεοτοκίον

Χαίροις παρ' ημών, Αγία Θεοτόκε, χαίρε η χαράν, κυήσασα τώ κόσμω, χαίρε η μόνη αντίληψις τών ανθρώπων, ευλογημένη Θεοτόκε αγνή.

 

Ωδή ε'

«Τόν ζόφον τής ψυχής μου διασκέδασον, φωτοδότα Χριστέ ο Θεός, τό αρχέγονον σκότος διώξας τής αβύσσου, καί δώρησαί μοι τό φώς τών προσταγμάτων σου Λόγε, ίνα ορθρίζων δοξάζω σε».

 

Ως δάμαλις ποθούσα, τού ποιμένος τό θείον κάλλος εκραύγαζες. Πού νύν ποιμαίνεις Νυμφίε; πού κοιτάζη ειπέ μοι; επιποθώ σου ιδείν, τήν υπερβάλλουσαν θέαν, καί φλέγομαι πάντοθεν.

 

Εράσμιον τό κάλλος, τό εμόν βοά ο Νυμφίος, ζητούσα Σεμνή, ταίς αρεταίς λαμπρυνθείσα, εις ουρανούς με σκόπει, εκεί ποιμαίνω εγώ, καί τά εμά προσκαλούμαι, εκάστοτε θρέμματα.

 

Τρυγών ωραιοτάτη, χελιδών λαμπροτάτη, καί νοητή αηδών, τών ιξευτών διαδράσα, τών νοητών παγίδας, εδείχθης Ξένη σεμνή, καί εναπόθετον κάλλος, Χριστού αξιάγαστε.

Θεοτοκίον

Αμήτορα τών άνω, επ' εσχάτων τοίς κάτω τίκτεις απάτορα, ουσιωθέντα Παρθένε, τό η μέτερον όλον, δι' ευσπλαγχνίαν πολλήν, όν εκδυσώπει σωθήναι, φθοράς τούς υμνούντάς σε.

 

Ωδή ς'

«Ιλάσθητί μοι Σωτήρ, πολλαί γάρ αι ανομί μου, καί εκ βυθού τών Κακών, ανάγαγε δέομαι, πρός σέ γάρ εβόησα, καί επάκουσόν μου, ο Θεός τής σωτηρίας μου».

 

Τήν ξένην σου βιοτήν, καί υπέρ άνθρωπον άσκησιν, δοξάζων ο διά σέ, ξενιτεύσας ένδοξε, σημείοις καί τέρασι, παραδόξοις, όντως σέ Οσία κατεκόσμησε.

 

Τόν ξενωθέντα μακράν, τών εντολών τού Θεού ημών, οικείωσόν με ταίς σαίς, Οσία δεήσεσι, καί ξένον με ποίησον, τής δεινής γεέννης, καί παθών συνεχόντων με.

 

Τώ κύκλω τών αρετών, καταστεφθείσα ανέδραμες, πρός όν επόθεις Χριστόν, κύκλου δι' αστέρων σε, υπέρ νούν μηνύοντος, τοίς εγγύς καί πόρρω, ξενοτρόπως Ξένη ένδοξε.

Θεοτοκίον

Ο νώτοις χερουβικοίς απεριγράπτως καθήμενος, περιγραπτός εν τή σή, κοιλία ενωκησε, σαρκί ου θεότητι, καί εκ σού προήλθε, διασώζων τό ανθρώπινον.

Ο Ειρμός

«Ιλάσθητί μοι Σωτήρ, πολλαί γάρ αι ανομίαι μου, καί εκ βυθού τών κακών, ανάγαγε δέομαι, πρός σέ γάρ εβόησα, καί επάκουσόν μου, ο Θεός τής σωτηρίας μου».

 

Κοντάκιον  Ήχος β'

Τοίς τών αιμάτων σου

Τό σόν ξενότροπον Ξένη μνημόσυνον, επιτελούντες οι πόθω τιμώντές σε, υμνούμεν Χριστόν τόν εν άπασι, σοί παρέχοντα ισχύν τών ιάσεων, όν πάντοτε δυσώπει, υπέρ πάντων ημών.

Ο Οίκος

Ίλεων Ξένη, τόν ξενοτρόπως εκ Παρθένου τεχθέντα, εκδυσώπει Χριστόν ημίν γενέσθαι Αοίδιμε, τοίς κατά χρέος σοι προσφοιτώσιν εκ ψυχής καί καρδίας καθαρωτάτης, καί ευσεβώς τήν σήν μνήμην υμνήσαι σπουδάζουσιν, ήν πάσαι τών ουρανών αι Δυνάμεις αξίως ετίμησαν, ώς φωτοφόρον καί άμωμoν καί αγίαν πανήγυριν, Ένδοξε, πρεσβεύουσα απαύστως υπέρ πάντων ημών.

 

Συναξάριον

Τή ΚΔ' τού αυτού μηνός, Μνήμη τής Αγίας Μητρός ημών Ξένης καί τών δύω αυτής θεραπαινίδων.

Στίχοι

·        Αποξενούται τούδε τού βίου Ξένη,

·        Ού ζώσα καί πρίν, ώς αληθώς ήν ξένη.

·        Θνήσκουσιν άμφω τής Ξένης αι δουλίδες,

·        Ου τών εκείνης αρετών ούσαι ξέναι.

·        Εικάδι ουρανού εις ξενίην Ξένη ήλθε Τετάρτη.

 

Τή αυτή ημέρα, Mνήμη τών Αγίων Μαρτύρων Παύλου Παυσιρίου καί Θεοδοτίωνος, τών αυταδέλφων.

Στίχοι

·        Παυσίριον καί Παύλον άμφω συγγόνους,

·        Ποτάμιος ρούς καί συνάθλους δεικνύει.

·        Ιδού τράχηλος ελθέτω δή τό ξίφος,

·        Θεόν ποθών έκραζε Θεοδοτίων.

 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου Ιερομάρτυρος Βαβύλα, τού εν Σικελία, καί Τιμοθέου καί Αγαπίου τών μαθητών αυτού.

 

Τή αυτή ημέρα, Mνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Μακεδονίου.

Στίχοι

·        Μονών απείρων πατρικής σής οικίας,

·        Μακεδόνιος Χριστέ λαμβάνει μίαν.

 

Τή αυτή ημέρα, η ανακομιδή τών λειψάνων τού αγίου Οσιομάρτuρος Αναστασίου τού Πέρσου.

 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου Μάρτυρος Ερμογένους καί Μηνά, καί τού Οσίου Πατρός ημών Φίλωνος, Επισκόπου γενομένου τού Καλπασίου, καί Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Φιλίππου Πρεσβυτέρου, καί τού Αγίου Μάρτυρος Βαρσίμου, καί τών δύω αυτού αδελφών.

Στίχοι

·        Τούς τρείς Αδελφούς θείος είς συσχών πόθος,

·        Θείον ποθείν έπειθεν εκ ξίφους τέλος.

 

Τή αυτή ημέρα, ο Άγιος Ελλάδιος ο Κομενταρήσιος ξίφει τελειούται.

Στίχοι

·        Υπό ξίφος θείς Ελλάδιος αυχένα,

·        Ελληνικής έπαρσιν ήσχυνε πλάνης.

 

Τή αυτή ημέρα, ο Όσιος Ζωσιμάς εν ειρήνη τελειούται.

Στίχοι

·        Τίς τούς μακρούς σου Ζωσιμά φράσει πόνους;

·        Καί τίς θανόντος τών πόνων σου τά στέφη;

 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστού Ιωάννου, πλησίον τού τάφου.

 

Ταίς αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

 

Ωδή ζ'

«Ο τούς Παίδας δροσίσας εν καμίνω, καί παρθένον φυλάξας μετά τόκον, τήν σέ τεκούσαν, ευλογητός εί Κύριε, ο Θεός ο τών Πατέρων ημών».

 

Τοίς σπαργάνοις η Ρώμη εκκαυχάται, η δέ Μύλασσα πλέον τοίς λειψάνοις, εξ ών πηγάζεις θαύματα, τοίς πιστοίς Θεονύμφευτε.

 

Ποταμός ανεδείχθης ιαμάτων, παθη μάτων θαλάσσας κατακλύζων, τών μελωδούντων άσμασι, τόν Θεόν τών Πατέρων ημών.

 

Κατεκοίμισας πάθη ψυχοφθόρα, εν πολλαίς αγρυπνίαις Μακαρία, καί τόν δικαίοις ύπνον ύπνωσας, υπέρ τού κόσμου πρεσβεύουσα.

Θεοτοκίον

Τόν εκ σού σαρκωθέντα υπέρ λόγον, δυσωπούσα μή παύση Θεοτόκε, εκ τών παγίδων ρύσασθαι, τού εχθρού τάς ψυχάς ημών.

 

Ωδή η'

«O στεγάζων εν ύδασι, τά υπερώα αυτού, ο τιθείς θαλάσση όριον ψάμμον, καί συνέχων τό πάν, σέ υμνεί ήλιος, σέ δοξάζει σελήνη, σοί προσφέρει ύμνον πάσα κτίσις, τώ Δημιουργώ, καί Κτίστη εις τούς αιώνας».

 

Αρμοσθείσα γέγραπται, ενί ανδρί τώ Χριστώ, τώ ωραίω κάλλει πάσαν ιδέαν, αρετών ευσεβώς, ήσκησας Ένδοξε, καί πρός θάλαμον θείον, εισωκίσθης προίκα δεξαμένη, χάριν ιαμάτων, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Η ψυχή μου οπίσω σου, προσεκολλήθη Χριστέ, ανεβόας πόθω, ως γή διψώσα, ισέ τό ύδωρ τό ζών, εκζητώ Κύριε, σοί τούς όμβρους προσφέρω τών δακρύων, σής αγάπης ρείθρα, πότισόν με Σώτερ, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Ωραιώθης ποθήσασα, τό όντως όν εφετόν, εδοξάσθης Κόρη δεδοξασμένω κολληθείσα Χριστώ, σύ χορόν άγιον, προσηγάγω Παρθένων, τώ Σωτήρι σέ μιμησαμένων, μεθ' ών εις τάς άνω, χορεύεις κατοικίας.

Θεοτοκίον

Μονήν σε εξελέξατο, καί καλλονήν Ιακώβ, τού Πατρός ο Λόγος, καί σού εν μέσω κατεσκήνωσε, καί ως ηυδόκησεν, υπέρ πάντας ωραίος, τούς ανθρώπους Πάναγνε προήλθε, τήν αμαυρωβείσαν, ημών καθάραι φύσιν.

Ο Ειρμός

«O στεγάζων εν ύδασι, τά υπερώα αυτού, ο τιθείς θαλάσση όριον ψάμμον, καί συνέχων τό πάν, σέ υμνεί ήλιος, σέ δοξάζει σελήνη, σοί προσφέρει ύμνον πάσα κτίσις, τώ Δημιουργώ, καί Κτίστη εις τούς αιώνας».

 

Ωδή θ'

«Ευλογητός Κύριος, ο Θεός τού Ισραήλ, ο εγείρας κέρας σωτηρίας ημίν, εν οίκω Δαυίδ τού παιδός αυτού, εν οίς επεσκέψατο ημάς, Ανατολή εξ ύψους, καί κατεύθυνεν ημάς, εις οδόν ειρήνης».

 

Δι' ασθενείας Ένδοξε, τόν ανίσχυρον εχθρόν, ετροπώσω ξένην μετελθούσα ζωήν, καί πάθη σαρκός θανατώσασα, καί νύν ουρανούς περιπολείς, ένθα τό σόν υπήρχεν, αληθώς πολίτευμα, ως Αγνή Παρθένος.

 

Ευλογητός Κύριος, ο λιμένα γαληνόν, ιαμάτων δείξας τήν σεπτήν σου σορόν, τοίς αεί κινδυνεύουσι πελάγει, καί ζάλη τών παθών, Μοναζουσών τό κλέος, καί Παρθένων καύχημα, θεοφόρε Ξένη.

 

Τών εφετών τό ακρότατον, καθαρώτερον οράς, θεουμένη λάμψεσι ταίς θείαις Αγνή. Οράς δέ ά βλέπουσιν Άγγελοι, χορεύεις σύν πάσιν εκλεκτοίς αμαρτημάτων λύσιν, αιτουμένη πάντοτε, τοίς σέ ευφημούσιν.

 

Ως παρθενίας τέμενος, ως αγνήν περιστεράν, ως τρυγόνα άμωμον, ως νύμφην Χριστού, ωραίαν καλήν σε καί άμεμπτον, ως άγαλμα θείων αρετών, ώς κήπον κεκλεισμένον, οι πιστοί γεραίρομεν, θεοφόρε Ξένη.

Θεοτοκίον

Ρήμασι σοίς επόμενοι, γενεαί τών γενεών, Μαρία σε μακαρίζομεν αεί, Θεόν γάρ τόν όντως μακάριον, εκύησας άχραντε Αγνή, τόν πάντας μακαρίους, τούς αυτώ δουλεύοντας αψευδώς ποιούντα.

Ο Ειρμός

«Ευλογητός Κύριος, ο Θεός τού Ισραήλ, ο εγείρας κέρας σωτηρίας ημίν, εν οίκω Δαυίδ τού παιδός αυτού, εν οίς επεσκέψατο ημάς, Ανατολή εξ ύψους, καί κατεύθυνεν ημάς, εις οδόν ειρήνης».

 

Εξαποστειλάριον

Γυναίκες ακουτίσθητε

Ξενίαν τήν ουράνιον, ποθούσα Ξένη πάνσεμνε, ξένην σαυτήν θεοφόρε, πατρίδος πλούτου καί γένους, φιλευσεβώς πεποίηκας, τόν σταυρόν σου δέ άρασα, Χριστώ προθύμως έδραμες, τώ ξενοτρόπως ελθόντι, σώσαι βροτούς εκ Παρθένου.

Θεοτοκίον, όμοιον

Ωράθης υπερέχουσα, τών Ποιημάτων Δέσποινα, σαρκί τεκούσα Παρθένε, Θεόν τών όλων καί Κτίστην, ού τώ Σταυρώ ρωννύμεναι, γυναίκες αι θεόφρονες, νεανικώς ηρίστευσαν, μεθ' ών σε πάντες υμνούμεν, ευλογημένη Μαρία.

 

Εις τόν Στίχον, Στιχηρά τής Οκτωήχου.

 

Η λοιπή Ακολουθία τού Όρθρου, ως σύνηθες, καί Απόλυσις.