ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΥ

Η ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

 

Ιερεύς Ευλογητός ο Θεός ημών, πάντοτε, νύν, καί αεί, καί εις τούς αιώνας τών αιώνων.

Αναγνώστης Αμήν.

Ιερεύς Δόξα σοί ο Θεός, δόξα σοί.

Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο Πανταχού Παρών και τα Πάντα Πληρών, ο Θησαυρός των Αγαθών και Ζωής Χορτηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον, Αγαθέ τας ψυχάς ημών.

 

Αναγνώστης Αμήν. Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς (εκ γ')

Δόξα... Καί νύν...

        Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς.

        Κύριε, ιλάσθητι ταίς αμαρτίαις ημών,

        Δέσποτα, συγχώρησον τάς ανομίας ημίν.

        Άγιε, επίσκεψαι καί ίασαι τάς ασθενείας ημών,

        ένεκεν τού ονόματός σου.

Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον.

Δόξα... Καί νύν...

Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς, αγιασθήτω τό όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω τό θέλημά σου, ώς εν ουρανώ, καί επί τής γής. Τόν άρτον ημών τόν επιούσιον δός ημίν σήμερον, καί άφες ημίν τά οφειλήματα ημών, ώς καί ημείς άφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών, καί μή εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού.

Ιερεύς Ότι σού εστιν η βασιλεία...

Αμήν.

Κύριε ελέησον ιβ'

Δόξα... Και νυν...

        Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω βασιλεί ημών Θεώ.

        Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τω βασιλεί ημών Θεώ.

        Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ, Χριστώ τω βασιλεί και Θεώ ημών.

 

Ψαλμός 50

        Ελέησόν με ο Θεός κατά τό μέγα ελεός σου καί κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου

        επί πλείον πλύνόν με από τής ανομίας μου καί από τής αμαρτίας μου καθάρισόν με

        ότι τήν ανομίαν μου εγώ γινώσκω καί η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστιν διά παντός

        σοί μόνω ήμαρτον καί τό πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα όπως άν δικαιωθής εν τοίς λόγοις σου καί νικήσης εν τώ κρίνεσθαί σε

        ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήμφθην καί εν αμαρτίαις εκίσσησέν με η μήτηρ μου

        ιδού γάρ αλήθειαν ηγάπησας τά άδηλα καί τά κρύφια τής σοφίας σου εδήλωσάς μοι

        ραντιείς με υσσώπω καί καθαρισθήσομαι πλυνείς με καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι

        ακουτιείς με αγαλλίασιν καί ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστά τεταπεινωμένα

        απόστρεψον τό πρόσωπόν σου από τών αμαρτιών μου καί πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον

        καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός καί πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοίς εγκάτοις μου

        μή απορρίψης με από τού προσώπου σου καί τό πνεύμα τό άγιόν σου μή αντανέλης απ' εμού

        απόδος μοι τήν αγαλλίασιν τού σωτηρίου σου καί πνεύματι ηγεμονικώ στήρισόν με

        διδάξω ανόμους τάς οδούς σου καί ασεβείς επί σέ επιστρέψουσιν

        ρύσαί με εξ αιμάτων ο Θεός ο Θεός τής σωτηρίας μου αγαλλιάσεται η γλώσσά μου τήν δικαιοσύνην σου

        κύριε τά χείλη μου ανοίξεις καί τό στόμα μου αναγγελεί τήν αίνεσίν σου

        ότι ει ηθέλησας θυσίαν έδωκα άν ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις

        θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει

        αγάθυνον κύριε εν τή ευδοκία σου τήν Σιων καί οικοδομηθήτω τά τείχη Ιερουσαλημ

        τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης αναφοράν καί ολοκαυτώματα τότε ανοίσουσιν επί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΞΔ' (64)

          Σοί πρέπει ύμνος, ο Θεός, εν Σιών, καί σοί αποδοθήσεται ευχή εν Ιερουσαλήμ.

          Εισάκουσον προσευχής μου, πρός σέ πάσα σάρξ ήξει,

          Λόγοι ανόμων υπερεδυνάμωσαν ημάς, καί ταίς ασεβείαις ημών σύ ιλάση.

          Μακάριος, όν εξελέξω, καί προσελάβου, κατασκηνώσει εν ταίς αυλαίς σου.

          Πλησθησόμεθα εν τοίς αγαθοίς τού οίκου σου, Άγιος ο ναός σου, θαυμαστός εν δικαιοσύνη.

          Επάκουσον ημών, ο Θεός, ο Σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων τών περάτων τής γής, καί τών εν θαλάσση μακράν.

          Ετοιμάζων όρη εν τή ισχύϊ αυτού, περιεζωσμένος εν δυναστεία, ο συνταράσσων τό κύτος τής θαλάσσης, ήχους κυμάτων αυτής τίς υποστήσεται;

          Ταραχθήσονται τά έθνη, καί φοβηθήσονται οι κατοικούντες τά πέρατα από τών σημείων σου, εξόδους πρωϊας, καί εσπέρας τέρψεις,

          Επεσκέψω τήν γήν, καί εμέθυσας αθτήν, επλήθυνας τού πλουτίσαι αθτήν,

          Ο ποταμός τού Θεού επληρώθη υδάτων, ητοίμασας τήν τροφήν αθτών, ότι ούτως η ετοιμασία.

          Τάς αύλακας αθτής μέθυσον, πλήθυνον τά γεννήματα αυτής, εν ταίς σταγόσιν αυτής ευφρανθήσεται ανατέλλουσα.

          Ευλογήσεις τόν στέφανον τού ενιαυτού τής χρηστότητός σου, καί τά πεδία σου πλησθήσονται πιότητος,

          Πιανθήσονται τά ωραία τής ερήμου, καί αγαλλίασιν οι βουνοί περιζώσονται,

          Ενεδύσαντο οι κριοί τών προβάτων, καί αι κοιλάδες πληθυνούσι σίτον, κεκράξονται, καί γάρ υμνήσουσιν.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΞΕ' (65)

          Αλαλάξατε τώ Κυρίω πάσα η γή, ψάλατε δή τώ ονόματι αυτού, δότε δόξαν εν αινέσει αυτού,

          Είπατε τώ Θεώ, Ως φοβερά τά έργα σου, εν τώ πλήθει τής δυνάμεώς σου ψευσονταί σε οι εχθροί σου.

          Πάσα η γή προσκυνησάτωσάν σοι, καί ψαλάτωσάν σοι, ψαλάτωσαν δή τώ ονόματί σου, Ύψιστε.

          Δεύτε καί ίδετε τά έργα τού Θεού, ως φοβερός εν βουλαίς υπέρ τούς υιούς τών ανθρώπων,

          Ο μεταστρέφων τήν θάλασσαν εις ξηράν εν ποταμώ διελεύσονται ποδί, εκεί ευφρανθησόμεθα επ' αυτώ.

          Τώ δεσπόζοντι εν τή δυναστεία αυτού τού αιώνος, οι οφθαλμοί αυτού επί τά έθνη επιβλέπουσιν, οι παραπικραινοντες μή υψούσθωσαν εν εαυτοίς,

          Ευλογείτε, έθνη, τόν Θεόν ημών, καί ακουτίσασθε τήν φωνήν τής αινέσεως αυτού.

          Τού θεμένου τήν ψυχήν μου εις ζωήν, καί μή δόντος εις σάλον τούς πόδας μου.

          Ότι εδοκίμασας ημάς ο Θεός, επύρωσας ημάς, ως πυρούται τό αργύριον.

          Εισήγαγες ημάς εις τήν παγίδα, έθου θλίψεις επί τόν νώτον ημών, επεβίβασας ανθρώπους επί τάς κεφαλάς ημών.

          Διήλθομεν διά πυρός καί ύδατος, καί εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν.

          Εισελεύσομαι εις τόν οίκόν σου εν ολοκαυτώμασιν, αποδώσω σοι τάς ευχάς, άς διέστειλε τά χείλη μου, καί ελνάλησε τό στόμα μου εν τή θλίψει μου.

          Ολοκαυτώματα μεμυελωμένα ανοίσω σοι, μετά θυμιάματος καί κριών, ανοίσω σοι βόας μετά χιμάρων.

          Δεύτε, ακούσατε, καί διηγήσομαι υμίν, πάντες οι φοβούμενοι τόν Θεόν, όσα εποίησε τή ψυχή μου.

          Πρός αυτόν τώ στόματί μου εκέκραξα, καί ύψωσα υπό τήν γλώσσάν μου.

          Αδικίαν ει εθεώρουν εν καρδία μου, μή εισακουσάτω μου, Κύριος.

          Διά τούτο εισήκουσέ μου ο Θεός, προσέσχε τή φωνή τής δεήσεώς μου.

          Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ απέστησε τήν προσευχήν μου καί τό έλεος αυτού απ' εμού.

 

ΨΑΛΜΟΣ Ξς' (66)

          Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς, καί ευλογήσαι ημάς, επιφάναι τό πρόσωπον αυτού εφ' ημάς, καί ελεήσαι ημάς.

          Τού γνώναι εν τή γή τήν οδόν σου, εν πάσιν έθνεσιν τό σωτήριόν σου,

          Εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες.

          Ευφρανθήτωσαν καί αγαλλιάσθωσαν έθνη, ότι κρινείς λαούς εν ευθύτητι, καί έθνη εν τή γή οδηγήσεις,

          Εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες, γή έδωκε τόν καρπόν αυτής.

          Ευλογήσαι ημάς ο Θεός, ο Θεός ημών, ευλογήσαι ημάς ο Θεός, καί φοβηθήτωσαν αυτόν πάντα τά πέρατα τής γής.

 

Δόξα... Καί νύν... Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, δόξα Σοι, ο Θεός, Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον, Κύριε, έλέησον, Δόξα... Καί νύν,,.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΞΖ' (67)

          Αναστήτω ο Θεός, καί διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, καί φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν,

          Ως εκλείπει καπνός, εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου τού Θεού,

          Καί οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν, αγαλλιάσθωσαν ενώπιον τού Θεού, τερφθήτωσαν εν ευφροσύνη,

          Άσατε τώ Θεώ, ψάλατε τώ ονόματι αυτού, οδοποιήσατε τώ επιβεβηκότι επί δυσμών, Κύριος όνομα αυτώ.

          Καί αγαλλιάσθε ενώπιον αυτού, ταραχθήτωσαν από προσώπου αυτού, τού πατρός τών ορφανών καί κριτού τών χηρών,

          Ο Θεός εν τόπω αγίω αυτού, ο Θεός κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω.

          Εξάγων πεπεδημένους εν ανδρεία, ομοίως τούς παραπικραίνοντας, τούς κατοικούντας εν τάφοις,

          Ο Θεός εν τώ εκπορεύεσθαί σε ενώπιον τού λαού σου, εν τώ διαβαίνειν σε εν τή ερήμω.

          Γή εσείσθη, καί γάρ οι ουρανοί έσταξαν από προσώπου τού Θεού τού Σινά, από προσώπου τού Θεού Ισραήλ.

          Βροχήν εκούσιον αφοριείς, ο Θεός, τή κληρονομία σου, καί ησθένησε, σύ δέ κατηρτίσω αυτήν.

          Τά ζώά σου κατοικούσιν εν αυτή, ητοίμασας εν τή χρηστότητί σου τώ πτωχώ, ο Θεός, Κύριος δώσει ρήμα τοίς ευαγγελιζομένοις δυνάμει πολλή.

          Ο βασιλεύς τών δυνάμεων τού αγαπητού, τή ωραιότητι τού οίκου διελέσθαι σκύλα.

          Εάν κοιμηθήτε αναμέσον τών κλήρων, πτέρυγες περιστεράς περιηργυρωμέναι, καί τά μετάφρενα αυτής εν χλωρότητι χρυσίου,

          Εν τώ διαστέλλειν τόν Επουράνιον βασιλείς, επ' αυτής χιονωθήσονται εν Σελμών.

          Όρος τού Θεού, όρος πίον, όρος τετυρωμένον, όρος πίον.

          Ινατί υπολαμβάνετε όρη τετυρωμένα; τό όρος, ο ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ; καί γάρ ο Κύριος κατασκηνώσει εις τέλος.

          Τό άρμα τού Θεού μυριοπλάσιον, χιλιάδες ευθηνούντων, Κύριος εν αυτοίς εν Σινά εν τώ αγίω.

          Ανέβης εις ύψος, ηχμαλώτευσας αιχμαλωσίαν, έλαβες δόματα εν ανθρώποις καί γάρ απειθούντας, τού κατασκηνώσαι.

          Κύριος ο Θεός ευλογητός, ευλογητός Κύριος ημέραν καθ' ημέραν, κατευοδώσαι ημίν ο Θεός τών σωτηρίων ημών,

          Ο Θεός ημών, ο Θεός τού σώζειν, καί τού Κυρίου Κυρίου αι διέξοδοι τού θανάτου,

          Πλήν ο Θεός συνθλάσει κεφαλάς εχθρών αυτού, κορυφήν τριχός διαπορευομένων εν πλημμελείαις αυτών.

          Είπε Κύριος, εκ Βασάν επιστρέψω, επιστρέψω εν βυθοίς θαλάσσης.

          Όπως άν βαφή ο πούς σου εν αίματι, η γλώσσα τών κυνών σου εξ εχθρών παρ' αυτού.

          Εθεωρήθησαν αι πορείαί σου, ο Θεός, αι πορείαι τού Θεού μου τού βασιλέως μου τού εν τώ αγίω.

          Προέφθασαν άρχοντες εχόμενοι ψαλλόντων, εν μέσω νεανίδων τυμπανιστριών,

          Εν Εκκλησίαις ευλογείτε τόν Θεόν, Κύριον εκ πηγών Ισραήλ,

          Εκεί Βενιαμίν νεώτερος εν εκστάσει, άρχοντες Ιούδα ηγεμόνες αυτών, άρχοντες Ζαβουλών, άρχοντες Nεφθαλείμ.

          Εντειλαι, ο Θεός, τή δυνάμει σου, δυνάμωσον, ο Θεός, τούτο, ο κατειργάσω εν ημίν,

          Από τού Ναού σου επί Ιερουσαλήμ, σοί οίσουσι βασιλείς δώρα,

          Επιτίμησον τοίς θηρίοις τού καλάμου, η συναγωγή τών ταύρων εν ταίς δαμάλεσι τών λαών, τού μή αποκλεισθήναι τούς δεδοκιμασμένους τώ αργυρίω.

          Διασκόρπισον έθνη τά τούς πολέμους θέλοντα, Ήξουσι πρέσβεις εξ Αιγύπτου, Αιθιοπία προφθάσει χείρα αυτής τώ Θεώ.

          Αι βασιλείαι τής γής, άσατε τώ Θεώ, ψάλατε τώ Κυρίω, Ψάλατε τώ Θεώ τώ επιβεβηκότι επί τόν ουρανόν τού ουρανού κατά ανατολάς, ιδού δώσει τή φωνή αυτού φωνήν δυνάμεως.

          Δότε δόξαν τώ Θεώ, επί τόν Ισραήλ η μεγαλοπρέπεια αυτού, καί η δύναμις αυτού εν ταίς νεφέλαις.

          Θαυμαστός ο Θεός εν τοίς αγίοις αυτού, ο Θεός Ισραήλ, αυτός δώσει δύναμιν καί κραταίωσιν τώ λαώ αυτού, ευλογητός ο Θεός,

 

Δόξα... Καί νύν... Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, δόξα Σοι, ο Θεός, Κύριε, ελέησον (γ'), Δόξα... Καί νύν,,.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΞΗ' (68)

          Σώσόν με, ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου, Ενεπάγην εις ιλύν βυθού, καί ουκ έστιν υπόστασις.

          Ήλθον εις τά βάθη τής θαλάσσης, καί καταιγίς κατεπόντισέ με,

          Εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από τού ελπίζειν με επί τόν Θεόν μου,

          Επληθύνθησαν υπέρ τάς τρίχας τής κεφαλής μου οι μισούντές με δωρεάν,

          Εκραταιώθησαν οι εχθροί μου, οι εκδιώκοντές με αδίκως, ά ουχ ήρπαζον, τότε απετίννυον.

          Ο Θεός, σύ έγνως τήν αφροσύνην μου, καί αι πλημμέλειαί μου από σού ουκ απεκρύβησαν.

          Μή αισχυνθείησαν επ' εμέ οι υπομένοντές σε, Kύριε, Κύριε τών δυνάμεων.

          Μηδέ εντραπείησαν επ' εμέ οι ζητούντές σε, ο Θεός τού Ισραήλ.

          Ότι ένεκά σου υπήνεγκα ονειδισμόν, εκάλυψεν εντροπή τό πρόσωπόν μου.

          Απηλλοτριωμένος εγενήθην τοίς αδελφοίς μου, καί ξένος τοίς υιοίς τής μητρός μου,

          Ότι ο ζήλος τού οίκου σου κατέφαγέ με, καί οι ονειδισμοί τών ονειδιζόντων σε επέπεσον επ' εμέ.

          Καί συνεκάλυψα εν νηστεία τήν ψυχήν μου, καί εγενήθη εις ονειδισμούς εμοί.

          Καί εθέμην τό ένδυμά μου σάκκον, καί εγενόμην αυτοίς εις παραβολήν,

          Κατ' εμού ηδολέσχουν οι καθήμενοι εν πύλαις, καί εις εμέ έψαλλον οι πίνοντες οίνον.

          Εγώ δέ τή προσευχή μου πρός σέ, Κύριε, καιρός ευδοκίας,

          Ο Θεός εν τώ πλήθει τού ελέους σου επακουσόν μου, εν αληθεία τής σωτηριας σου.

          Σώσόν με από πηλού, ίνα μή εμπαγώ, ρυσθείην εκ τών μισούντων με, καί εκ τών βαθέων τών υδάτων.

          Μή με καταποντισάτω καταιγίς ύδατος, μηδέ καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω επ' εμέ φρέαρ τό στόμα αυτού.

          Εισάκουσόν μου, Kύριε, ότι χρηστόν τό έλεός σου, κατά τό πλήθος τών οικτιρμών σου επίβλεψον επ' εμέ.

          Μή αποστρέψης τό πρόσωπόν σου από τού παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ επάκουσόν μου.

          Πρόσχες τή ψυχή μου, καί λύτρωσαι αυτήν, ένεκα τών εχθρών μου ρύσαί με.

          Σύ γάρ γινώσκεις τόν ονειδισμόν μου, καί τήν αισχύνην μου, καί τήν εντροπήν μου,

          Εναντίον σου πάντες οι θλίβοντές με, ονειδισμόν προσεδόκησεν η ψυχή μου καί ταλαιπωρίαν,

          Καί υπέμεινα συλλυπούμενον, καί ουχ υπήρξε, καί παρακαλούντας, καί ουχ εύρον.

          Καί έδωκαν εις τό βρώμά μου χολήν, καί εις τήν δίψαν μου επότισάν με όξος,

          Γενηθήτω η τράπεζα αυτών ενώπιον αυτών εις παγίδα, καί εις ανταπόδοσιν, καί εις σκάνδαλον.

          Σκοτισθήτωσαν οι όφθαλμοί αυτών τού μή βλέπειν, καί τόν νώτον αυτών διαπαντός σύγκαψον.

          Έκχεον επ' αυτούς τήν όργήν σου, καί ο θυμός τής οργής σου καταλάβοι αυτούς.

          Γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη, καί εν τοίς σκηνώμασιν αυτών μή έστω ο κατοικών.

          Ότι όν σύ επάταξας αυτοί κατεδίωξαν, καί επί τό άλγος τών τραυμάτων μου προσέθηκαν.

          Πρόσθες ανομίαν επί τήν ανομίαν αυτών, καί μή εισελθέτωσαν εν δικαιοσύνη σου.

          Εξαλειφθήτωσαν εκ βίβλου ζώντων, καί μετά δικαίων μή γραφήτωσαν.

          Πτωχός καί αλγών ειμι εγώ, η σωτηρία σου, ο Θεός, αντιλάβοιτό μου.

          Αινέσω τό όνομα τού Θεού μου μετ' ωδής, καί μεγαλυνώ αυτόν εν αινέσει.

          Καί αρέσει τώ Θεώ υπέρ μόσχον νέον, κέρατα εκφέροντα καί οπλάς,

          Ιδέτωσαν πτωχοί, καί ευφρανθήτωσαν, εκζητήσατε τόν Θεόν, καί ζήσεται η ψυχή υμών.

          Ότι εισήκουσε τών πενήτων Κύριος, καί τούς πεπεδημένους αυτού ουκ εξουδένωσεν, Αινεσάτωσαν αυτόν οι ουρανοί καί η γή, θάλασσα καί πάντα τά έρποντα εν αυτή.

          Ότι ο Θεός σώσει τήν Σιών, καί οικοδομηθήσονται αι πόλεις τής Ιουδαίας.

          Καί κατοικήσουσιν εκεί, καί κληρονομήσουσιν αυτήν.

          Καί τό σπέρμα τών δούλων σου καθέξουσιν αυτήν, καί οι αγαπώντες τό όνομά σου κατασκηνώσουσιν εν αυτή.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΞΘ' (69)

          Θεός, εις τήν βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εις τό βοηθήσαί μοι σπεύσον.

          Αισχυνθήτωσαν καί εντραπήτωσαν οι ζητούντες τήν ψυχήν μου.

          Αποστραφήτωσαν εις τά οπίσω, καί καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μοι κακά.

          Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι, οι λέγοντές μοι, Εύγε, εύγε.

          Αγαλλιάσθωσαν καί ευφρανθήτωσαν επί σοί πάντες, οι ζητούντές σε, ο Θεός, καί λεγέτωσαν διαπαντός, Μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες τό σωτήριόν σου.

          Εγώ δέ πτωχός ειμι καί πένης, ο Θεός, βοήθησόν μοι, Βοηθός μου καί ρύστης μου εί σύ, Κύριε, μή χρονίσης.

 

Δόξα... Καί νύν... Καί ευθύς

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.

Και εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους Ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ εν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

 

Είτα, Τρισάγιον, Δόξα... Καί νύν... Παναγία Τριάς... Κύριε, ελέησον (γ'), Δόξα... Καί νύν... Πάτερ ημών,,.

Ο Ιερεύς, Ότι Σού εστιν...

 

Ο Αναγνώστης τά Τροπάρια ταύτα, άτινα ουδέποτε αντικαθίστανται δι' άλλων, εκτός εάν ήθελε συμπέση προεόρτιος ή μεθέορτος ημέρα, ή απόδοσις Δεσποτικής καί Θεομητορικής εορτής, οπότε αντ' αυτών λέγομεν χύμα τό οικείον Απολυτίκιον.

 

Ήχος β'

Τάς άνω Δυνάμεις μιμούμενοι οι επί γής, επινίκιον ύμνον προσφέρομέν σοι, Αγαθέ, Άγιος, Άγιος, Άγιος εί, ο Θεός ημών, Πρεσβείαις, Κύριε, τών Αγίων σου, καί σώσόν με,

Δόξα...

Άκτιστε φύσις, η τών όλων δημιουργός, τά χείλη ημών άνοιξον, όπως αναγγέλλωμεν τήν αίνεσίν σου βοώντες, Άγιος, Άγιος, Άγιος εί, ο Θεός, Πρεσβείαις Κύριε, τής Θεοτόκου καί σώσόν με.

Καί νύν...

Τής κλίνης καί τού ύπνου εξεγείρας με Κύριε, τόν νούν μου φώτισον, καί τήν καρδίαν καί τά χείλη μου άνοιξον, εις τό υμνείν σε, αγία Τριάς, Άγιος, Άγιος, Άγιος εί, ο Θεός ημών, πρεσβείαις, Κύριε, τής Θεοτόκου, ελέησον ημάς.

 

Είτα τό, Κύριε, ελέησον (μ'), καί τήν Ευχήν ταύτην

 

Ο εν παντί καιρώ και πάση ώρα εν ουρανώ και επί γης προσκυνούμενος και δοξαζόμενος Χριστός ο Θεός, ο μακρόθυμος, ο πολυέλεος, ο πολυέσπλαγχνος, ο τους δικαίους αγαπών και τους αμαρτωλούς ελεών, ο πάντας καλών προς σωτηρίαν διά της επαγγελίας των μελλόντων αγαθών , αυτός. Κύριε, πρόσδεξαι και ημών εν τη ώρα ταύτη τας εντεύξεις και ίθυνον την ζωήν ημών προς τας εντολάς σου. Τας ψυχάς ημών αγίασον, τα σώματα άγνισον , τους λογισμούς διόρθωσον, τας εννοίας κάθαρον και ρύσαι ημάς από πάσης θλίψεως, κακών και οδύνης. Τείχισον ημάς αγίοις σου Αγγέλοις, ίνα τη παρεμβολή αυτών φρουρούμενοι και οδηγούμενοι καταντήσωμεν εις την ενότητα της πίστεως και εις την επίγνωσιν της απροσίτου σου δόξης, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Κύριε ελέησον γ'

Δόξα... Και νυν...

Τήν Τιμιωτέραν τών Χερουβείμ, καί ενδοξοτέραν ασυγκρίτως τών Σεραφείμ, τήν αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, τήν όντως Θεοτόκον, σέ μεγαλύνομεν.

 

Εν ονόματι Κυρίου, ευλόγησον Πατερ.

 

Ιερεύς Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς, καί ευλογήσαι ημάς, επιφάναι τό πρόσωπον αυτού εφ' ημάς, καί ελεήσαι ημάς.

 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΔΑΡΙΟΥ

Δέσποτα Θεέ, Πάτερ Παντοκράτορ, Κύριε Υιέ μονογενές Ιησού Χριστέ, καί άγιον Πνεύμα, μία θεότης, μία Δύναμις, ελέησόν με τόν αμαρτωλόν, καί οίς επίστασαι κρίμασι σώσόν με τόν ανάξιον δούλόν σου, ότι ευλογητός εί εις τούς αιώνας τών αιώνων, Αμήν.

 

Είτα τήν επομένην Ευχήν.

 

ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ

Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε, ότι επείδες επί τήν ταπείνωσίν μου καί ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, αλλ' έσωσας εκ τών αναγκών τήν ψυχήν μου, Καί νύν, Δέσποτα, σκεπασάτω με ή χείρ σου καί έλθοι επ' εμέ τό έλεός σου, ότι τετάρακται ή ψυχή μου καί κατώδυνός εστιν εντώ εκπορεύεσθαι αυτήν εκ τού αθλίου μου καί ρυπαρού σώματος τούτου, μή ποτε ή πονηρά τού αντικειμένου βουλή συναντήση καί παρεμποδίση αυτήν, διά τάς εν αγνοία καί γνώσει εν τώ βίω τούτω γενομένας μοι αμαρτίας, Ίλεως γενού μοι, Δέσποτα, και μη ιδέτω ή ψυχή μου τήν ζοφεράν καί σκοτεινήν όψιν τών πονηρών δαιμόνων, αλλά παραλαβέτωσαν αυτήν Άγγελοί σου φαιδροί καί φωτεινοί, Δός δόξαν τώ ονόματί σου τώ αγίω, καί τή σή δυνάμει ανάγαγέ με εις τό θείόν σου βήμα, Εν τώ κρίνεσθαί με μή καταλάβοι με ή χείρ τού άρχοντος τού κόσμου τούτου εις τό κατασπάσαι με τόν αμαρτωλόν εις βυθόν Άδου, αλλά παράστηθί μοι, καί γενού μοι σωτήρ καί αντιλήπτωρ.

 

Ελέησον, Κύριε, τήν ρυπωθείσαν τοίς πάθεσι τού βίου ψυχήν μου, καί καθαράν αυτήν διά μετανοίας καί εξομολογήσεως πρόσδεξαι, ότι ευλογητός εί εις τούς αιώνας τών αιώνων, Αμήν.

 

Δεύτε προσκυνήσωμεν... (εκ γ') καί τούς Ψαλμούς.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΡΚ' (120)

          Ήρα τούς όφθαλμούς μου εις τά όρη, όθεν ήξει η βοήθειά μου.

          Η βοήθειά μου παρά Κυρίου, τού ποιήσαντος τόν ουρανόν καί τήν γήν.

          Μή δώης εις σάλον τόν πόδα σου, μηδέ νυστάξει ο φυλάσσων σε,

          Ιδού, ου νυστάξει, ουδέ υπνώσει ο φυλάσσων τόν Ισραήλ.

          Κύριος φυλάξοι σε, Κύριος σκέποι σοι επί χείρα δεξιάν σου.

          Ημέρας ο Ήλιος ου συγκαύσει σε, ουδέ η Σελήνη τήν νύκτα,

          Κύριος φυλάξοι σε από παντός κακού, φυλάξοι τήν ψυχήν σου ο Κύριος.

          Κύριος φυλάξοι τήν είσοδόν σου, καί τήν έξοδόν σου, από τού νύν καί έως τού αιώνος.

 

ΨΑΛΜΟΣ ΡΛΓ' (133)

          Κύριον πάντες οι δούλοι Κυρίου, οι δού δή ευλογείτε τον εστώτες εν οίκω Κυρίου, εν αυλαίς οίκου Θεού ημών,

          Εν ταίς νυξiν επάρατε τάς χείρας υμών εις τά άγια, καί ευλογείτε τόν Κύριον.

          Ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών, ο ποιήσας τόν Ουρανόν καί τήν γήν.

 

Δόξα... Καί νύν... Τρισάγιον, Μετανοίας (γ' ), Δόξα... Καί νύν... Παναγία Τριάς... Κύριε, ελέησον (γ'), Δόξα... Καί νύν... Πάτερ ημών...

 

Ο Ιερεύς, Ότι σού εστιν...

 

Ήχος πλ. δ'

Μνήσθητι, Κύριε, ως αγαθός τών δούλων σου, καί όσα εν βίω ήμαρτον, συγχώρησον, ουδείς γάρ αναμάρτητος, ειμή συ ο δυνάμενος, καί τοίς μεταστάσι δούναι τήν ανάπαυσιν.

 

Ο βάθει σοφίας φιλανθρώπως, πάντα οικονομών, καί τό συμφέρον πάσιν απονέμων, μόνε Δημιουργέ, ανάπαυσον Κύριε τάς ψυχάς τών δούλων σου, εν σοί γάρ τήν ελπίδα ανέθεντο, τώ ποιητή καί πλάστη καί Θεώ ημών.

Δόξα...

Μετά τών Αγίων ανάπαυσον Χριστέ, τάς ψυχάς τών δούλων σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Μακαρίζομέν σε πάσαι αί γενεαί, Θεοτόκε Παρθένε, εν σοί γάρ ο αχώρητος Χριστός ο Θεός ημών, χωρηθήναι ηυδόκησε, Μακάριοι εσμέν καί ημείς, προστασίαν σε έχοντες, ημέρας γάρ καί νυκτός πρεσβεύεις υπέρ ημών, καί τά σκήπτρα τής βασιλείας ταίς σαίς ικεσίαις κρατύνονται, διό ανυμνούντες βοώμέν σοι, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.

 

Κύριε, ελέησον (ιβ')

 

Ο Ιερεύς, τήν επομένην Ευχήν

 

ΕΥΧΗ

Μνήσθητι, Κύριε, τών επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένων πατέρων καί αδελφών ημών, καί πάντων τών εν ευσεβεία καί πίστει τελειωθέντων, καί συγχώρησον αυτοίς πάν πλημμέλημα, εκούσιόν τε καί ακούσιον, εν λόγω, ή έργω, ή κατά, διάνοιαν πλημμεληθέν υπ' αυτών, Καί κατασκηνωσον αυτούς εν τόποις φωτεινοίς, εν τόποις χλοεροίς, εν τόποις αναψύξεως, ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη, καί στεναγμός, όπου η επισκοπή τού προσώπου σου ευφραίνει πάντας τούς απ' αιώνος Αγίους σου, Χάρισαι αυτοίς καί ημίν τήν Βασιλείαν σου καί τήν μέθεξιν τών αφράστων καί αιωνίων σου αγαθών, καί τής σής απεράντου καί μακαρίας ζωής τήν απόλαυσιν, Σύ γάρ εί η ζωή, η ανάστασις, καί η ανάπαυσις τών κεκοιμημένων δούλων σου, Χριστέ, ο Θεός ημών, καί σοί τήν δόξαν αναπέμπομεν, σύν τώ ανάρχω σου Πατρί, καί, τώ Παναγίω, καί αγαθώ, καί ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν καί αεί, καί εις τους αιώνας τών αιώνων, Αμήν.

 

Υπερένδοξε, αειπάρθενε, ευλογημένη Θεοτόκε, προσάγαγε την ημετέραν προσευχήν τω Υιώ σου και Θεώ ημών , και αίτησαι ίνα σώση δια σου τας ψυχάς ημών.

 

Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το άγιον, Τριάς αγία, δόξα σοι.

 

Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτηρ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

 

Ήχος πλ. β'

Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς, πάσης γάρ απολογίας απορούντες, ταύτην σοι τήν ικεσίαν, ώς Δεσπότη, οι αμαρτωλοί προσφέρομεν, ελεήσον ημάς.

Δόξα...

Κύριε, ελέησον ημάς, επί σοί γάρ πεποίθαμεν, μή οργισθής ημίν σφόδρα, μηδέ μνησθής τών ανομιών ημών, αλλ' επίβλεψον καί νύν, ώς εύσπλαγχνος, καί λύτρωσαι ημάς εκ τών εχθρών ημών, σύ γάρ εί Θεός ημών, καί ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών σου, καί τό όνομά σου επικεκλήμεθα.

Καί νύν...

Τής ευσπλαγχνίας τήν πύλην άνοιξον ημίν, ευλογημένη Θεοτόκε, ελπίζοντες εις σέ, μή αστοχήσωμεν, ρυσθείημεν διά σού τών περιστάσεων, σύ γάρ εί η σωτρηρία τού γένους τών χριστιανών.

Κύριε έλέησον μ'

Δόξα... Και νυν...

Τήν Τιμιωτέραν τών Χερουβείμ, καί ενδοξοτέραν ασυγκρίτως τών Σεραφείμ, τήν αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, τήν όντως Θεοτόκον, σέ μεγαλύνομεν.

 

Εν ονόματι Κυρίου, ευλόγησον Πατερ.

 

        Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα ελεός Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον και ελέησον. Κύριε, ελέησον. (3)

        Έτι δεόμεθα υπέρ τών ευσεβών καί ορθοδόξων Χριστιανών. Κύριε, ελέησον. (3)

        Έτι δεόμεθα υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών, (δεινός) και πάσης της εν χριστώ ημών αδελφότητος. Κύριε, ελέησον. (3)

        Έτι δεόμεθα υπέρ του ευσεβούς ημών Έθνους, πάσης Αρχής και Εξουσίας εν αυτώ, του κατά ξηράν θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών στρατού. Κύριε, ελέησον. (3)

        Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, των κατοικούντων και παρεπιδημούντων εν τη πόλη ταύτη, επιτρόπων, συνδορομητών και αφειρωτών του αγίου ναού τούτου. Κύριε, ελέησον. (3)

        Έτι δεόμεθα υπέρ τού διαφυλαχθήναι τήν αγίαν Εκκλησίαν καί τήν πόλιν ταύτην, καί πάσαν πόλιν και χώραν από οργής, λοιμού, λιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, επιδρομής αλλοφύλων, εμφιλίου πολέμου, καί αιφνιδίου θανάτου, υπέρ τον ίλεων, ευμενή καί ευδιάλακτον, γενέσθαι τόν αγαθόν και φιλάνθρωπον Θεόν ημών, τού αποστρέψαι καί, διασκεδάσαι πάσαν οργήν και νόσον, τήν καθ' ημών κινουμένην, καί ρύσασθαι ημάς εκ τής επικειμένης δικαίας αυτού απειλής, καί ελέησαι ημάς. Κύριε, ελέησον. (3)

        Έτι δεόμεθα καί υπέρ τού εισακούσαι Κύριον τόν Θεόν φωνής τής δεήσεως ημών τών αμαρτωλών, και ελέησαι ημάς. Κύριε, ελέησον. (3)

        Επάκουσον ημών, ο Θεός, ο Σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων τών περάτων τής γής καί τών εν θαλάσση μακράν, καί ίλεως, ίλεως γενού ημίν, Δέσποτα επί ταίς αμαρτίαις ημών, καί ελέησον ημάς. Ελεήμων γάρ και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 

Δόξα... Καί νύν... , Κύριε ελέησον (γ'), Δέσποτα/Πάτερ άγιε, ευλόγησον.

 

Δόξα σοι ο Θεός, η ελπίς ημών, Κύριε, δόξα Σοι.

 

(Ο αναστάς εκ νεκρών) Χριστός ο αληθινός Θεός ημών ταις πρεσβείαις της παναχράντου και παναμώμου αγίας Αυτού μητρός, δυνάμει του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, προστασίαις των τιμίων επουρανίων Δυνάμεων ασωμάτων, ικεσίαις του τιμίου, ενδόξου, προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των αγίων, ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, των αγίων ενδόξων και καλλινίκων Μαρτύρων, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, και πάντων τον Αγίων, ελέησαι και σώσαι ημάς, ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός.

 

Είτα ο Ιερεύς λέγει (αποκρινομένων ημών τό Κύριε, ελέησον, συνεχώς).

 

        Ευξώμεθα υπέρ ειρήνης τού κόσμου.

        Υπερ τών ευσεβών καί ορθοδόξων Χριστιανών.

        Υπέρ τού Αρχιεπισκόπου ημών (δείνος) καί πάσης τής εν Χριστώ ημών αδελφότητος.

        Υπέρ τού ευσεβούς ημών έθνους.

        Υπέρ ευοδώσεως καί ενισχύσεως τού φιλοχρίστου στρατού.

        Υπερ τών απολειφθέντων πατέρων, καί αδελφών ημών.

        Υπερ τών διακονούντων καί διακονησάντων ημίν.

        Υπέρ τών μισούντων καί αγαπώντων ημάς.

        Υπερ τών εντειλαμένων ημίν τοίς αναξίοις εύχεσθαι υπέρ αυτών.

        Υπέρ αναρρύσεως τών αιχμαλώτων.

        Υπερ τών εν θαλάσση καλώς πλεόντων.

        Υπέρ τών εν ασθενείαις κατακειμένων.

        Ευξώμεθα καί υπέρ ευφορίας τών καρπών τής γής.

        Καί υπέρ πάντων τών προαναπαυσαμένων πατέρων καί αδελφών ημών, τών ενθάδε ευσεβώς κειμένων, καί απανταχού Ορθοδόξων.

        Είπωμεν καί υπέρ εαυτών, τό Κύριε, ελέησον, (γ' ).

 

ο Ιερεύς Δι ευχών...

ο Χορός. Αμήν.