ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΩΡΩΝ

 

ΩΡΑ ΠΡΩΤΗ

 

Ευλογήσαντος τού Ιερέως, αρχόμεθα τού Τρισαγίου. Είτα τό, Δεύτε προσκυvήσωμεν, γ' καί Στιχολογούμεν τούς εφεξής τρείς Ψαλμούς.

 

Ψαλμός Ε' (5)

        Tά ρήματά μου ενώτισαι κύριε σύνες τής κραυγής μου

        πρόσχες τή φωνή τής δεήσεώς μου ο βασιλεύς μου καί ο Θεός μου ότι πρός σέ προσεύξομαι κύριε

        τό πρωί εισακουση τής φωνής μου τό πρωί παραστήσομαί σοι καί επόψομαι

        ότι ουχί Θεός θέλων ανομίαν σύ εί ουδέ παροικήσει σοι πονηρευόμενος

        ου διαμενούσιν παράνομοι κατέναντι τών οφθαλμών σου εμίσησας πάντας τούς εργαζομένους τήν ανομίαν

        απολείς πάντας τούς λαλούντας τό ψεύδος άνδρα αιμάτων καί δόλιον βδελύσσεται κύριος

        εγώ δέ εν τώ πλήθει τού ελέους σου εισελεύσομαι εις τόν οίκόν σου προσκυνήσω πρός ναόν άγιόν σου εν φόβω σου

        κύριε οδήγησόν με εν τή δικαιοσύνη σου ένεκα τών εχθρών μου κατεύθυνον ενώπιόν μου τήν οδόν σου

        ότι ουκ έστιν εν τώ στόματι αυτών αλήθεια η καρδία αυτών ματαία τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών ταίς γλώσσαις αυτών εδολιούσαν

        κρίνον αυτούς ο Θεός αποπεσάτωσαν από τών διαβουλίων αυτών κατά τό πλήθος τών ασεβειών αυτών έξωσον αυτούς ότι παρεπίκρανάν σε κύριε

        καί ευφρανθήτωσαν πάντες οι ελπίζοντες επί σέ εις αιώνα αγαλλιάσονται καί

        κατασκηνώσεις εν αυτοίς καί καυχήσονται εν σοί παντες οι αγαπώντες τό όνομά σου

        ότι σύ ευλογήσεις δίκαιον κύριε ως όπλω ευδοκίας εστεφάνωσας ημάς

 

Ψαλμός ΜΔ' (44)

        Εξηρεύξατο η καρδία μου λόγον αγαθόν λέγω εγώ τά έργα μου τώ βασιλεί η γλώσσά μου κάλαμος γραμματέως οξυγράφου

        ωραίος κάλλει παρά τούς υιούς τών ανθρώπων εξεχύθη χάρις εν χείλεσίν σου διά τούτο ευλόγησέν σε ο Θεός εις τόν αιώνα

        περίζωσαι τήν ρομφαίαν σου επί τόν μηρόν σου δυνατέ τή ωραιότητί σου καί τώ κάλλει σου

        καί έντεινον καί κατευοδού καί βασίλευε ένεκεν αληθείας καί πραϋτητος καί δικαιοσύνης καί οδηγήσει σε θαυμαστώς η δεξιά σου

        τά βέλη σου ηκονημένα δυνατέ λαοί υποκάτω σου πεσούνται εν καρδία τών εχθρών τού βασιλέως

        ο θρόνος σου ο Θεός εις τόν αιώνα τού αιώνος ράβδος ευθύτητος η ράβδος τής βασιλείας σου

        ηγάπησας δικαιοσύνην καί εμίσησας ανομίαν διά τούτο έχρισέν σε ο Θεός ο Θεός σου έλαιον αγαλλιάσεως παρά τούς μετόχους σου

        σμύρνα καί στακτή καί κασία από τών ιματίων σου από βάρεων ελεφαντίνων εξ ων ηύφρανάν σε

        θυγατέρες βασιλέων εν τή τιμή σου παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη

        άκουσον θύγατερ καί ιδέ καί κλίνον τό ούς σου καί επιλάθου τού λαού σου καί τού οίκου τού πατρός σου

        ότι επεθύμησεν ο βασιλεύς τού κάλλους σου ότι αυτός εστιν ο κύριός σου

        καί προσκυνήσουσιν αυτώ θυγατέρες Τύρου εν δώροις τό πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι τού λαού

        πάσα η δόξα αυτής θυγατρός βασιλέως έσωθεν εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη

        απενεχθήσονται τώ βασιλεί παρθένοι οπίσω αυτής αι πλησίον αυτής

        απενεχθήσονταί σοι απενεχθήσονται εν ευφροσύνη καί αγαλλιάσει αχθήσονται εις ναόν βασιλέως

        αντί τών πατέρων σου εγενήθησάν σοι υιοί καταστήσεις αυτούς άρχοντας επί πάσαν τήν γήν

        μνησθήσονται τού ονόματός σου εν πάση γενεά καί γενεά διά τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τόν αιώνα καί εις τόν αιώνα τού αιώνος

 

Ψαλμός ΜΕ' (45)

        Θεός ημών καταφυγή καί δύναμις βοηθός εν θλίψεσιν ταίς ευρούσαις ημάς σφόδρα

        διά τούτο ου Φοβηθησόμεθα εν τώ ταράσσεσθαι τήν γήν καί μετατίθεσθαι όρη εν καρδίαις θαλασσών

        ήχησαν καί εταράχθησαν τά ύδατα αυτών εταράχθησαν τά όρη εν τή κραταιότητι αυτού διάψαλμα

        τού ποταμού τά ορμήματα ευφραίνουσιν τήν πόλιν τού Θεού ηγίασεν τό σκήνωμα αυτού ο ύψιστος

        ο Θεός εν μέσω αυτής ου σαλευθήσεται βοηθήσει αυτή ο Θεός τό πρός πρωί

        εταράχθησαν έθνη έκλιναν βασιλείαι έδωκεν φωνήν αυτού εσαλεύθη η γή

        κύριος τών δυναμεων μεθ' ημών αντιλήμπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ διάψαλμα

        δεύτε ίδετε τά έργα κυρίου ά έθετο τέρατα επί τής γής

        ανταναιρών πολέμους μέχρι τών περάτων τής γής τόξον συντρίψει καί συγκλάσει όπλον καί θυρεούς κατακαύσει εν πυρί

        σχολάσατε καί γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός υψωθήσομαι εν τοίς έθνεσιν υψωθήσομαι εν τή γή

        κύριος τών δυνάμεων μεθ' ημών αντιλήμπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ

 

Δόξα... Kαί νύν... Αλληλούϊα, γ'

Kύριε ελέησον, γ'

Είτα, Δόξα... καί τό Τροπάριον

Απεγράφετο ποτέ, σύν τώ πρεσβύτη Ιωσήφ, ως εκ σπέρματος Δαυϊδ, εν Βηθλεέμ η Μαριάμ, κυοφορούσα τήν άσπορον κυοφορίαν. Επέστη δέ καιρός ο τής γεννήσεως, καί τόπος ήν ουδείς τώ καταλύματι. αλλ' ως τερπνόv παλάτιοv, τό Σπήλαιοv τή Βασιλίδι εδείκvυτο. Χριστός γεννάται, τήν πρίv πεσούσαν,αναστήσων εικόνα.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Τί σε καλέσωμεν, ώ Κεχαριτωμένη; Ουρανόν, ότι ανέτειλας τόν Ήλιον τής δικαιοσύνης. Παράδεισον, ότι εβλάστησας τό άνθος τής αφθαρσίας. Παρθένον, ότι έμεινας άφθορος. αγνήν Μητέρα, ότι έσχες σαίς αγίαις αγκάλαις υιόν, τόν πάντων Θεόν. Αυτόv ικέτευε, σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

 

Είτα ψάλλομεν τά παρόντα Ιδιόμελα

 

Ήχος πλ. δ' Ποίημα Σωφρονίου

Πατριάρχου Ιεροσολύμων

Βηθλεέμ ετοιμάζου, ευτρεπιζέσθω η φάτνη, τό Σπήλαιον δεχέσθω, η αλήθεια ήλθεν. η σκιά παρέδραμε. καί Θεός ανθρώποις, εκ Παρθένου πεφανέρωται, μορφωθείς τό καθ' ημάς, καί θεώσας τό πρόσλημμα. Διό Αδάμ ανανεούται σύν τή Εύα, κράζοντες. Επί γής ευδοκία επεφάνη, σώσαι τό γένος ημών.

 

Δις, άνευ στίχου. Είτα

 

Στίχ. Ο Θεός από θαιμάν ήξει καί ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος.

 

Ήχος γ'

Νύν προφητική πρόρρησις, πληρωθήναι επείγεται, μυστικώς η φάσκουσα. Καί σύ Βηθλεέμ γή Ιούδα, ουδαμώς υπάρχεις ελαχίστη εν τοίς Ηγεμόσι, προευτρεπίζουσα τό σπήλαιον, εκ σού γάρ μοι εξελεύσεται, ηγούμενος τώv Εθvών διά σαρκός, εκ Παρθένου Κόρης Χριστός ο Θεός, ός ποιμανεί τόν λαόv αυτού, τόv vέοv Ισραήλ. Δώμεν αυτώ άπαντες μεγαλωσύνηv.

 

Στίχ. Κύριε εισακήκοα τήν ακοήν σου καί εφοβήθνη κατενόησα τά έργα σου.

 

Πάλιν τό αυτο.

 

Είτα Δόξα... Ήχος πλ. δ'

Τάδε λέγει Ιωσήφ πρός τήν Παρθέvον, Μαρία, τί τό δράμα τούτο, ό εν σοί τεθέαμαι; απορώ καί εξίσταμαι, καί τόν νούν καταπλήττομαι! Λάθρα τοίνυν απ' εμού, γενού εν τάχει. Μαρία, τί τό δράμα τούτο, ό εν σοί τεθέαμαι; αντί τιμής αισχύνηv, αντ' ευφροσύvης, τήv λύπηv, αντί τού επαινείσθαι, τόν ψόγον μοι προσήγαγες. Ουκ έτι φέρω λοιπόν, τό όνειδος αvθρώπωv. υπό γάρ Ιερέων εκ τού ναού, ως άμεμπτον Κυρίου σέ παρέλαβοv, καί τί τό ορώμεvον;

 

Καί νύν... τό αυτό

 

Καί ευθύς τό Προκείμενον τής Προφητείας. Ήχος δ'

Κύριος είπε πρός με. Υιός μου εί σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε.

Στίχ. Αίτησαι παρ' εμού καί δώσω σοι Έθνη τήv κληρονομίαν σου.

 

Προφητείας Μιχαίου τό Αvάγνωσμα

(Κεφ. 5,1-3)

        Tάδε λέγει Κύριος, καί συ Βηθλεέμ οίκος τού Εφραθά ολιγοστός εί τού είναι εν Ισραήλ καί χιλιάσιν Ιούδα εκ σού μοι εξελεύσεται τού είναι εις άρχοντα εν τώ αί έξοδοι αυτού απ' αρχής εξ ημερών αιώνος

        διά τούτο δώσει αυτούς έως καιρού τικτούσης τέξεται καί οι επίλοι ποι τών αδελφών αυτών επιστρέψουσιν επί τούς υιούς Ισραήλ

        καί στήσεται καί όψεται καί ποιμανεί τό ποίμνιον αυτού εν ισχύι κυρίου καί εν τή δόξη τού ονόματος κυρίου τού Θεού αυτών υπάρξουσιν διότι νύν μεγαλυνθήσεται έως άκρων τής γής

 

Ο Απόστολος

 

Πρός Εβραίους Επιστολής Παύλου

τό Ανάγνωσμα (Κεφ. 1,1-12)

        Πολυμερώς καί πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοίς πατράσιν εν τοίς προφήταις,

        επ' εσχάτων τών ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ, όν έθηκε κληρονόμον πάντων, δι' ου καί τούς αιώνας εποίησεν,

        ός ων απαύγασμα τής δόξης, καί χαρακτήρ τής υποστάσεως αυτού, φέρων τε τά πάντα τώ ρήματι τής δυνάμεως αυτού, δι' εαυτού καθαρισμόν ποιησάμενος τών αμαρτιών ημών, εκάθισεν εν δεξιά τής μεγαλωσύνης εν υψηλοίς,

        τοσούτω κρείττων γενόμενος τών αγγέλων, όσω διαφορώτερον παρ' αυτούς κεκληρονόμηκεν όνομα.

        τίνι γάρ ειπέ ποτε τών αγγέλων, Υιός μου εί σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε; Καί πάλιν Εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα, καί αυτός έσται μοι εις υιόν.

        όταν δέ πάλιν εισαγάγη τόν πρωτότοκον εις τήν οικουμένην, λέγει, καί προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού.

        καί πρός μέν τούς αγγέλους λέγει, Ο ποιών τούς αγγέλους αυτού πνεύματα, καί τούς λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα,

        πρός δέ τόν υιόν, Ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τόν αιώνα τού αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος τής βασιλείας σου.

        ηγάπησας δικαιοσύνην, καί εμίσησας ανομίαν, διά τούτο έχρισέ σε ο Θεός ο Θεός σου, έλαιον αγαλλιάσεως παρά τούς μετόχους σου.

        καί, Σύ κατ' αρχάς, Κύριε, τήν γήν εθεμελίωσας, καί έργα τών χειρών σού εισιν οι ουρανοί,

        αυτοί απολούνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται,

        καί ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, καί αλλαγήσονται, σύ δέ ο αυτός εί, καί τά έτη σου ουκ εκλείψουσι.

 

Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον

(Κεφ. 1,18-25)

        Τού Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήν, μνηστευθείσης γάρ τής μητρός αυτού Μαρίας τώ Ιωσήφ, πρίν ή συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.

        Ιωσήφ δέ ο ανήρ αυτής δίκαιος ών, καί μή θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν.

        ταύτα δέ αυτού ενθυμηθέντος, Ιδού, άγγελος Κυρίου κατ' όναρ εφάνη αυτώ,

        λέγων, Ιωσήφ, υιός Δαβίδ, μή φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ τήν γυναίκά σου, τό γάρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου,

        τέξεται δέ υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γάρ σώσει τόν λαόν αυτού από τών αμαρτιών αυτών.

        τούτο δέ όλον γέγονεν, ίνα πληρωθή τό ρηθέν υπό τού Κυρίου διά τού προφήτου λέγοντος,

        Ιδού, η παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν, καί καλέσουσι τό όνομα αυτού Εμμανουήλ, ό εστι μεθερμηνευόμενον, Μεθ' ημών ο Θεός.

        διεγερθείς δέ ο Ιωσήφ από τού ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου, καί παρέλαβε τήν γυναίκα αυτού,

        καί ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τόν υιόν αυτής τόν πρωτότοκον. καί εκάλεσε τό όνομα αυτού ΙΗΣΟΥΝ.

 

Μετά ταύτα λέγει ο Αναγνώστης

        Τά διαβήματά μου κατεύθυνοv κατά τό λόγιόν σου, καί μή κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία.

        Λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπωv, καί φυλάξω τάς εντολάς σου.

        Τό πρόσωπόν σου επίφανον επί τόν δούλόν σου, καί δίδαξόν με τά δικαιώματά σου.

        Πληρωθήτω τό στόμα μου αιvέσεώς σου, Κύριε, όπως υμνήσω τήν δόξαν σου, όληv τήv ημέραν τήv μεγαλοποέπειάv σου.

 

Τό Τρισάγιον

Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών

 

Είτα τό Κοντάκιον

H παρθέvος σήμερον, τόν προαιώvιοv Λόγοv, εν σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως. Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα. δόξασοv μετά Αγγέλων καί τώv Ποιμένωv, βουληθέντα εποφθήναι, παιδίον νέον, τόν πρό αιώνωv Θεόν.

 

Τό, Κύριε ελέησον μ'. Ο εν παντί καιρώ...

 

Δόξα... Καί νύv... Τήν Τιμιωτέραν... Εv οvόματι Κυρίου... Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς...

 

Καί η Ευχή

Χριστέ, τό φώς τό αληθιvόv, τό φωτίζον καί αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμεvοv εις τόν κόσμον, σημειωθήτω εφ' ημάς τό φώς τού προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψώμεθα φώς τό απρόσιτον, καί κατεύθυνον τά διαβήματα ημώv πρός εργασίαν τώv εντολών σου, πρεσβείαις τής παναχράντου σου Μητρός, καί πάντων σου τών αγίων. Aμήv.

 

ΩΡΑ ΤΡΙΤΗ

 

Τό, Τρισάγιον. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών.

 

Τό, Κύριε ελέησον, ιβ'. Τό, Δεύτε προσκυνήσωμεν, γ'. Είτα τούς εφεξής τρείς ψαλμούς.

 

Ψαλμός ΞΣΤ' (66)

        Ο Θεός οικτιρήσαι ημάς καί ευλογήσαι ημάς επιφάναι τό πρόσωπον αυτού εφ' ημάς διάψαλμα τού γνώναι εν τή γή τήν οδόν σου εν πάσιν έθνεσιν τό σωτήριόν σου

        εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί ο Θεός εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες

        ευφρανθήτωσαν καί αγαλλιάσθωσαν έθνη ότι κρινείς λαούς εν ευθύτητι καί έθνη εν τή γή οδηγήσεις διάψαλμα

        εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί ο Θεός εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες

        γή έδωκεν τόν καρπόν αυτής ευλογήσαι ημάς ο Θεός ο Θεός ημών

        ευλογήσαι ημάς ο Θεός καί φοβηθήτωσαν αυτόν πάντα τά πέρατα τής γής

 

Ψαλμός ΠΣΤ' (86)

        Οι θεμέλιοι αυτού εν τοίς όρεσιν τοίς αγίοις

        αγαπά κύριος τάς πύλας Σιων υπέρ πάντα τά σκηνώματα Ιακώβ

        δεδοξασμένα ελαλήθη περί σού η πόλις τού Θεού διάψαλμα

        μνησθήσομαι Ρααβ καί Βαβυλώνος τοίς γινώσκουσίν με καί ιδού αλλόφυλοι καί Τύρος καί λαός Αιθιόπων ουτοι εγενήθησαν εκεί

        μήτηρ Σιων ερεί άνθρωπος καί άνθρωπος εγενήθη εν αυτή καί αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο ύψιστος

        κύριος διηγήσεται εν γραφή λαών καί αρχόντων τούτων τών γεγενημένων εν αυτή διάψαλμα

        ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί

 

Ψαλμός Ν' (50)

        Ελέησόν με ο Θεός κατά τό μέγα ελεός σου καί κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου

        επί πλείον πλύνόν με από τής ανομίας μου καί από τής αμαρτίας μου καθάρισόν με

        ότι τήν ανομίαν μου εγώ γινώσκω καί η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστιν διά παντός

        σοί μόνω ήμαρτον καί τό πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα όπως άν δικαιωθής εν τοίς λόγοις σου καί νικήσης εν τώ κρίνεσθαί σε

        ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήμφθην καί εν αμαρτίαις εκίσσησέν με η μήτηρ μου

        ιδού γάρ αλήθειαν ηγάπησας τά άδηλα καί τά κρύφια τής σοφίας σου εδήλωσάς μοι

        ραντιείς με υσσώπω καί καθαρισθήσομαι πλυνείς με καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι

        ακουτιείς με αγαλλίασιν καί ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστά τεταπεινωμένα

        απόστρεψον τό πρόσωπόν σου από τών αμαρτιών μου καί πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον

        καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός καί πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοίς εγκάτοις μου

        μή απορρίψης με από τού προσώπου σου καί τό πνεύμα τό άγιόν σου μή αντανέλης απ' εμού

        απόδος μοι τήν αγαλλίασιν τού σωτηρίου σου καί πνεύματι ηγεμονικώ στήρισόν με

        διδάξω ανόμους τάς οδούς σου καί ασεβείς επί σέ επιστρέψουσιν

        ρύσαί με εξ αιμάτων ο Θεός ο Θεός τής σωτηρίας μου αγαλλιάσεται η γλώσσά μου τήν δικαιοσύνην σου

        κύριε τά χείλη μου ανοίξεις καί τό στόμα μου αναγγελεί τήν αίνεσίν σου

        ότι ει ηθέλησας θυσίαν έδωκα άν ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις

        θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει

        αγάθυνον κύριε εν τή ευδοκία σου τήν Σιων καί οικοδομηθήτω τά τείχη Ιερουσαλημ

        τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης αναφοράν καί ολοκαυτώματα τότε ανοίσουσιν επί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους

 

Δόξα... Kαί νύν... Αλληλούϊα, γ'

Kύριε ελέησον, γ'

Είτα, Δόξα... καί τό Τροπάριον

Απεγράφετο ποτέ, σύν τώ πρεσβύτη Ιωσήφ, ως εκ σπέρματος Δαυϊδ, εν Βηθλεέμ η Μαριάμ, κυοφορούσα τήν άσπορον κυοφορίαν. Επέστη δέ καιρός ο τής γεννήσεως, καί τόπος ήν ουδείς τώ καταλύματι. αλλ' ως τερπνόv παλάτιοv, τό Σπήλαιοv τή Βασιλίδι εδείκvυτο. Χριστός γεννάται, τήν πρίv πεσούσαν,αναστήσων εικόνα.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Θεοτόκε, σύ εί η άμπελος η αληθινή, η βλαστήσασα τόν καρπόν τής ζωής. Σέ ικετεύομεν, πρέσβευε, Δέσποινα, μετά τών Αποστόλων, καί πάντων τών Αγίων, ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών.

 

Είτα ψάλλομεν τά παρόντα Ιδιόμελα. Ήχος πλ. β'

Ούτος ο Θεός ημώv, ού λογισθήσεται έτερος πρός αύτόv, ο τεχθείς εκ Παρθένου, καί τοίς ανθρώποις συναναστραφείς. Φάτνη πενιχρά Υιός μονογενής, κείμενος οράται βροτός, καί σπαργάνοις πλέκεται, ό τής δόξης Κύριος, καί Μάγους αστήρ μηvύει, είς αυτού προσκύνησιν, καί ημείς μελωδούμεv. Τριάς Αγία, σώσον τάς ψυχάς ημώv.

 

Δίς, άνευ Στίχου.

 

Στίχ. Ο Θεός από θαιμάν ήξει καί ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος.

 

Ήχος πλ. δ'

Πρό τής Γεννήσεως τής σής, τρόμω ορώσαι τό μυστήριον Κύριε, αι νοεραί στρατιαί κατεπλήττοντο, ως γάρ βρέφος νηπιάσαι ηύδόκησας, ο τόν πόλοv κοσμήσας τοίς άστροις, καί φάτνη τώv αλόγων ανακέκλισαι, ο δρακί συvέχων πάντα γής τά πέρατα, τοιαύτη γάρ οικοvομία, εγνώσθη σου η ευσπλαγχνία. Χριστέ, τό μέγα έλεος, δόξα σοι.

 

Στίχ. Κύριε εισακήκοα τήν ακοήν σου καί εφοβήθνη κατενόησα τά έργα σου.

 

Πάλιν τό αυτό

 

Είτα Δόξα... Ήχος γ'

Ιωσήφ, ειπέ ημίν, πώς εκ τώv αγίων ήν παρέλαβες Κόρην, έγκυοv φέρεις εν Βηθλεέμ; Εγώ φησι, τούς Προφήτας ερευνήσας, καί χρηματισθείς υπό Αγγέλου, πέπεισμαι, ότι Θεόv γεννήσει η Μαρία ανερμηνεύτως, ού εις προσκύνησιν, Μάγοι εξ Αvατολών ήξουσι, σύv δώροις τιμίοις λατρεύοvτες. Ο σαρκωθείς δι' ημάς, Κύριε, δόξα σοι.

 

Καί νύν... Πάλιν τό αυτό

 

Καί ευθύς τό προκείμεvον τής Προφητείας Ήχος δ'

Ότι παιδίον εγεvνήθη ημίv, Υιός καί εδόθη ηιμίν.

Στίχ. Ού η αρχή εγενήθη επί τού ώμου αυτού.

 

Προφητείας Ιερεμίου τό Ανάγνωσμα

(Βαρούχ 3,36-38 & 4,1-4)

        Ούτος ο Θεός ημών ου λογισθήσεται έτερος πρός αυτόν

        εξεύρεν πάσαν οδόν επιστήμης καί έδωκεν αυτήν Ιακώβ τώ παιδί αυτού καί Ισραήλ τώ ηγαπημένω υπ' αυτού

        μετά τούτο επί τής γής ώφθη καί εν τοίς ανθρώποις συνανεστράφη

        αύτη η βίβλος τών προσταγμάτων τού Θεού καί ο νόμος ο υπάρχων εις τόν αιώνα πάντες οι κρατούντες αυτής εις ζωήν οι δέ καταλείποντες αυτήν αποθανούνται

        επιστρέφου Ιακώβ καί επιλαβού αυτής διόδευσον πρός τήν λάμψιν κατέναντι τού Φωτός αυτής

        μή δώς ετέρω τήν δόξαν σου καί τά συμφέροντά σοι έθνει αλλοτρίω

        μακάριοί εσμεν Ισραήλ ότι τά αρεστά τώ Θεώ ημίν γνωστά εστιν

 

Ο Απόστολος

 

Πρός Γαλάτας επιστολής Παύλου

τό Αναγνωσμα (Κεφ. 3,23-29)

        Αδελφοί, πρό τού ελθείν τήν πίστιν, υπό νόμον εφρουρούμεθα συγκλειόμενοι εις τήν μέλλουσαν πίστιν αποκαλυφθήναι.

        ώστε ο νόμος παιδαγωγός ημών γέγονεν εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν,

        ελθούσης δέ τής πίστεως, ουκέτι υπό παιδαγωγόν εσμεν.

        πάντες γάρ υιοί Θεού εστε διά τής πίστεως εν Χριστώ Ιησού.

        όσοι γάρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε,

        ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν καί θήλυ. πάντες γάρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού.

        εί δέ υμείς Χριστού, άρα τού Αβραάμ σπέρμα εστέ, καί κατ' επαγγελίαν κληρονόμοι.

 

Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.

(Κεφ. 2,1-20)

        Εν ταίς ημέραις εκείναις, εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου, απογράφεσθαι πάσαν τήν οικουμένην.

        αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος τής Συρίας Κυρηνίου.

        καί επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις τήν ιδίαν πόλιν.

        ανέβη δέ καί Ιωσήφ από τής Γαλιλαίας, εκ πόλεως Ναζαρέθ, εις τήν Ιουδαίαν, εις πόλιν Δαβίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, διά τό είναι αυτόν εξ οίκου καί πατριάς Δαβίδ,

        απογράψασθαι σύν Μαριάμ τή μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί, ούση εγκύω.

        εγένετο δέ εν τώ είναι αυτούς εκεί, επλήσθησαν αι ημέραι τού τεκείν αυτήν,

        καί έτεκε τόν υιόν αυτής τόν πρωτότοκον, καί εσπαργάνωσεν αυτόν, καί ανέκλινεν αυτόν εν τή φάτνη, διότι ουκ ήν αυτοίς τόπος εν τώ καταλύματι.

        Καί ποιμένες ήσαν εν τή χώρα τή αυτή αγραυλούντες καί Φυλάσσοντες φυλακάς τής νυκτός επί τήν ποίμνην αυτών.

        καί ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς, καί δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς.

        καί εφοβήθησαν φόβον μέγαν.

        καί είπεν αυτοίς ο άγγελος, Μή φοβείσθε, ιδού γάρ, ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τώ λαώ.

        ότι ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ, ός εστι Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαβίδ.

        καί τούτο υμίν τό σημείον, ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν τή φάτνη .

        καί εξαίφνης εγένετο σύν τώ αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου, αινούντων τόν Θεόν, καί λεγόντων,

        Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.

        Καί εγένετο ως απήλθον απ' αυτών εις τόν ουρανόν οι άγγελοι, καί οι άνθρωποι οι ποιμένες εί πον πρός αλλήλους, Διέλθωμεν δή έως Βηθλεέμ, καί ίδωμεν τό ρήμα τούτο τό γεγονός ό ο Κύριος εγνώρισεν ημίν.

        καί ήλθον σπεύσαντες, καί ανεύρον, τήν τε Μαριάμ καί τόν Ιωσήφ, καί τό βρέφος κείμενον εν τή φατνη.

        ιδόντες δέ δiεγνώρισαν περί τού ρήματος τού λαληθέντος αυτοίς περί τού παιδίου τούτου.

        καί πάντες οι ακούσαντες εθαύμασαν περί τών λαληθέντων υπό τών Ποιμένων πρός αυτούς,

        η δέ Μαριάμ πάντα συνετήρει τά ρήματα ταύτα, συμβάλλουσα εν τή καρδία αυτής.

        καί επέστρεψαν οι ποιμένες, δοξάζοντες καί αινούντες τόν Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν καί είδον, καθώς ελαλήθη πρός αυτούς.

 

Μετά ταύτα λέγει ο Αvαγνώστης

 

Κύριος ο Θεός ευλογητός, ευλογητός Κύριος ημέραν καθ' ημέραν. κατευοδώσαι ημίν ό Θεός τών σωτηρίων ημών, ο Θεός ημών, ο Θεός τού σώζειν.

 

Τό Τρισάγιον

Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών

 

Είτα τό Κοντάκιον

Η Παρθένος σήμερον, τόv προαιώνιον Λόγοv, εν Σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως . Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα. δόξασον μετά Αγγέλωv καί τών Ποιμένων, βουληθέντα εποφθήvαι, παιδίον νέοv, τόν πρό αιώνων Θεόν.

 

Τό, Κύριε ελέησον μ'. Ο εν παντί καιρώ...

 

Δόξα... Καί νύv... Τήν Τιμιωτέραν... Εv οvόματι Κυρίου... Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς...

 

Καί η Ευχή

Δέσποτα Θεέ, Πάτερ Παντοκράτορ, Κύριε, Υιέ μονογενές, Ιησού Χριστέ, καί Άγιον Πνεύμα, μία Θεότης, μία Δύναμις, ελέησόν με τόν αμαρτωλοv. καί οίς επίστασαι κρίμασι, σώσόν με τόν ανάξιον δούλόv σου, ότι ευλογητός εί εις τούς αιώνας τών αιώνωv. Αμήν.

 

ΩΡΑ ΕΚΤΗ

 

Επισυνάπτομεν καί τήν Έκτην Ώραν, λέγοντες ευθύς . Δεύτε προσκυνήσωμεv, τρίς. Είτα τούς Ψαλμούς.

 

Ψαλμός ΟΑ' (71)

        ο Θεός τό κρίμα σου τώ βασιλεί δός καί τήν δικαιοσύνην σου τώ υιώ τού βασιλέως

        κρίνειν τόν λαόν σου εν δικαιοσύνη καί τούς πτωχούς σου εν κρίσει

        αναλαβέτω τά όρη ειρήνην τώ λαώ σου καί οι βουνοί εν δικαιοσύνη

        κρινεί τούς πτωχούς τού λαού καί σώσει τούς υιούς τών πενήτων καί ταπεινώσει συκοφάντην

        καί συμπαραμενεί τώ ηλίω καί πρό τής σελήνης γενεάς γενεών

        καί καταβήσεται ως υετός επί πόκον καί ωσεί σταγόνες στάζουσαι επί τήν γήν

        ανατελεί εν ταίς ημέραις αυτού δικαιοσύνη καί πλήθος ειρήνης έως ου ανταναιρεθή η σελήνη

        καί κατακυριεύσει από θαλάσσης έως θαλάσσης καί από ποταμού έως περάτων τής οικουμένης

        ενώπιον αυτού προπεσούνται Αιθίοπες καί οι εχθροί αυτού χούν λείξουσιν

        βασιλείς θαρσις καί αί νήσοι δώρα προσοίσουσιν βασιλείς Αράβων καί Σαβα δώρα προσάξουσιν

        καί προσκυνήσουσιν αυτώ πάντες οι βασιλείς πάντα τά έθνη δουλεύσουσιν αυτώ

        ότι ερρύσατο πτωχόν εκ χειρός δυνάστου καί πένητα ώ ουχ υπήρχεν βοηθός

        φείσεται πτωχού καί πένητος καί ψυχάς πενήτων σώσει

        εκ τόκου καί εξ αδικίας λυτρώσεται τάς ψυχάς αυτών καί έντιμον τό όνομα αυτών ενώπιον αυτού

        καί ζήσεται καί δοθήσεται αυτώ εκ τού χρυσίου τής Αραβίας καί προσεύξονται περί αυτού διά παντός όλην τήν ημέραν ευλογήσουσιν αυτόν

        έσται στήριγμα εν τή γή επ' άκρων τών ορέων υπεραρθήσεται υπέρ τόν Λίβανον ο καρπός αυτού καί εξανθήσουσιν εκ πόλεως ωσεί χόρτος τής γής

        έστω τό όνομα αυτού ευλογημένον εις τούς αιώνας πρό τού ηλίου διαμενεί τό όνομα αυτού καί ευλογηθήσονται εν αυτώ πάσαι αι φυλαί τής γής πάντα τά έθνη μακαριούσιν αυτόν

        ευλογητός κύριος ο Θεός ο Θεός Ισραήλ ο ποιών θαυμάσια μόνος

        καί ευλογητόν τό όνομα τής δόξης αυτού εις τόν αιώνα καί εις τόν αιώνα τού αιώνος καί πληρωθήσεται τής δόξης αυτού πάσα η γή γένοι το γένοι το

        εξέλι πον οι ύμνοι Δαυϊδ τού υιού Ιεσσαι

 

Ψαλμός ΡΛΑ' (131)

        Μνήσθητι κύριε τού Δαυϊδ καί πάσης τής πραϋτητος αυτού

        ως ώμοσεν τώ κυρίω ηύξατο τώ Θεώ Ιακώβ

        ει εισελεύσομαι εις σκήνωμα οίκου μου ει αναβήσομαι επί κλίνης στρωμνής μου

        ει δώσω ύπνον τοίς οφθαλμοίς μου καί τοίς βλεφάροις μου νυσταγμόν καί ανάπαυσιν τοίς κροτάφοις μου

        έως ου εύρω τόπον τώ κυρίω σκήνωμα τώ Θεώ Ιακώβ

        Ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Εφραθα εύρομεν αυτήν εν τοίς πεδίοις τού δρυμού

        εισελευσόμεθα είς τά σκηνώματα αυτού προσκυνήσομεν εις τόν τόπον ου έστησαν οι πόδες αυτού

        ανάστηθι κύριε είς τήν ανάπαυσίν σου σύ καί η κιβωτός τού αγιασματός σου

        οι Ιερείς σου ενδύσονται δικαιοσύνην καί οι όσιοί σου αγαλλιάσονται

        ένεκεν Δαυϊδ τού δούλου σου μή αποστρέψης τό πρόσωπον τού χριστού σου

        ώμοσεν κύριος τώ Δαυϊδ αλήθειαν καί ου μή αθετήσει αυτήν εκ καρπού τής κοιλίας σου θήσομαι επί τόν θρόνον σου

        εάν φυλάξωνται οι υιοί σου τήν διαθήκην μου καί τά μαρτύριά μου ταύτα ά διδάξω αυτούς καί οι υιοί αυτών έως τού αιώνος καθιούνται επί τού θρόνου σου

        ότι εξελέξατο κύριος τήν Σιων ηρετίσατο αυτήν εις κατοικίαν εαυτώ

        αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος ώδε κατοικήσω ότι ηρετισάμην αυτήν

        τήν θήραν αυτής ευλογών ευλογήσω τούς πτωχούς αυτής χορτάσω άρτων

        τούς ιερείς αυτής ενδύσω σωτηρίαν καί οι όσιοι αυτής αγαλλιάσει αγαλλιάσονται

        εκεί εξανατελώ κέρας τώ Δαυϊδ ητοίμασα λύχνον τώ χριστώ μου

        τούς εχθρούς αυτού ενδύσω αισχύνην επί δέ αυτόν εξανθήσει τό αγίασμά μου

 

Ψαλμός (90)

        ο κατοικών εν βοηθεία τού υψίστου εν σκέπη τού Θεού τού ουρανού αυλισθήσεται

        ερεί τώ κυρίω αντιλήμπτωρ μου εί καί καταφυγή μου ο Θεός μου ελπιώ επ' αυτόν

        ότι αυτός ρύσεταί με εκ παγίδος θηρευτών καί από λόγου ταραχώδους

        εν τοίς μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι καί υπό τάς πτέρυγας αυτού ελπιείς όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού

        ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού από βέλους πετομένου ημέρας

        από πράγματος διαπορευομένου εν σκότει από συμπτώματος καί δαιμονίου μεσημβρινού

        πεσείται εκ τού κλίτους σου χιλιάς καί μυριάς εκ δεξιών σου πρός σέ δέ ουκ εγγιεί

        πλήν τοίς οφθαλμοίς σου κατανοήσεις καί ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψη

        ότι σύ κύριε η ελπίς μου τόν ύψιστον έθου καταφυγήν σου

        ου προσελεύσεται πρός σέ κακά καί μάστιξ ουκ εγγιεί τώ σκηνώματί σου

        ότι τοίς αγγέλοις αυτού εντελείται περί σού τού διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταίς οδοίς σου

        επί χειρών αρούσίν σε μήποτε προσκόψης πρός λίθον τόν πόδα σου

        επ' ασπίδα καί βασιλίσκον επιβήση καί καταπατήσεις λέοντα καί δράκοντα

        ότι επ' εμέ ήλπισεν καί ρύσομαι αυτόν σκεπάσω αυτόν ότι έγνω τό όνομά μου επικαλέσεταί με καί εισακούσομαι αυτού μετ' αυτού ειμι εν θλίψει καί εξελούμαι καί δοξάσω αυτόν

        μακρότητα ημερών εμπλήσω αυτόν καί δείξω αυτώ τό σωτήριόν μου

 

Δόξα... Kαί νύν... Αλληλούϊα, γ'

Kύριε ελέησον, γ'

Είτα, Δόξα... καί τό Τροπάριον

Απεγράφετο ποτέ, σύν τώ πρεσβύτη Ιωσήφ, ως εκ σπέρματος Δαυϊδ, εν Βηθλεέμ η Μαριάμ, κυοφορούσα τήν άσπορον κυοφορίαν. Επέστη δέ καιρός ο τής γεννήσεως, καί τόπος ήν ουδείς τώ καταλύματι. αλλ' ως τερπνόv παλάτιοv, τό Σπήλαιοv τή Βασιλίδι εδείκvυτο. Χριστός γεννάται, τήν πρίv πεσούσαν,αναστήσων εικόνα.

Καί νύν... Θεοτοκίον

Ότι ούκ έχομεv παρρησίαν διά τά πολλά ημώv αμαρτήματα, σύ τόν εκ σού γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε. πολλά γάρ ισχύει δέησις Μητρός πρός ευμέvειαν Δεσπότου. Μή παρίδης αμαρτωλώv ικεσίας η πάνσεμνος, ότι ελεήμων εστί, καί σώζειν δυvάμενος, ο καί παθείv υπέρ ημώv καταδεξάμεvος.

 

Είτα ψάλλομεν τά ποροντα Ιδιόμελα

Ήχος α'

Δεύτε πιστοί επαρθώμεν ενθέως, καί κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκήν άνωθεv, εν Βηθλεέμ πρός ημάς εμφανώς, καί vούv καθαρθέντες, τώ βίω προσενέγκωμεv, αρετάς αντί μύρου, προευτρεπίζοντες πιστώς, τών Γενεθλίωv τάς εισόδους, επί τών ψυχικών θησαυρισμάτων, κράζοντες. Εν υψίστοις δόξα, Θεώ τώ εν Τριάδι, δι' ού εν ανθρώποις ευδοκία επεφάνη, τόv Αδάμ εκλυτρώσασθαι, τής αρχεγόνου αράς ως Φιλάνθρωπος.

 

Δίς, άνευ Στίχου.

 

Στίχ. Ο Θεός από θαιμάν ήξει καί ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος.

 

Ήχος δ'

Άκουε ουρανέ, καί ενωτίζου η γή, σαλευθήτω τά θεμέλια, επιλαβέτω τρόμος τά καταχθονια, ότι ο Θεός τε καί Κτίστης, σαρκός εισέδυ πλάσιν. καί ο κραταιά κτίσας χειρί τήν κτίσιν, σπλάγχvον οράται πλάσματος. Ώ βάθος πλούτου, καί σοφίας καί γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύvητα τά κρίματα αυτού, καί ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού.

 

Στίχ. Κύριε εισακήκοα τήν ακοήν σου καί εφοβήθνη κατενόησα τά έργα σου.

 

Πάλιν τό αυτό

 

Είτα. Δοξα... Ήχος πλ. α'

Δεύτε χριστοφόροι λαοί κατίδωμεν, θαύμα πάσαν έννοιαν, εκπλήττον καί συvέχον καί ευσεβώς προσκυνούντες, πίστει ανυμνήσωμεν. Σήμερον πρός Βηθλεέμ, εγκυμονούσα Κόρη παραγίνεται, τού γεννήσαι τόν Κύριοv, χοροί δέ, Αγγέλων προτρέχουσι. Καί ταύτα βλέπων εβόα, Ιωσήφ ο Μνήστωρ, Τί το εv σοί ξένον μυστήριον Παρθένε; καί πώς μέλλεις λοχεύσαι, η απειρόζυγος Δάμαλις;

 

Καί νύv... πάλιν τό αυτό.

 

Καί ευθύς, Προκείμενοv τής Προφητείας Ήχος πλ. δ'

Εκ γαστρός πρό Εωσφόρου εγέννησά σε.

Στίχ. Είπεv ο Κύριος τώ Κυρίω μου. Κάθου εκ δεξιώv μου.

 

Προφητείας Ησαίου τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 7,10-16, & 8,1-4, 8-10)

        Προσέθετο κύριος λαλήσαι τώ Αχαζ λέγων

        αιτησαi σεαυτώ σημείον παρά κυρίου Θεού σου εις βάθος ή εις ύψος

        καί είπεν Αχαζ ου μή αιτήσω ουδ' ου μή πεiρασω κύριον

        καί εί πεν ακούσατε δή οίκος Δαυϊδ μή μικρόν υμίν αγώνα παρέχειν ανθρώποις καί πώς κυρίω παρέχετε αγώνα

        δiά τούτο δώσει κύριος αυτός υμίν σημείον ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ

        βούτυρον καί μέλι φάγεται πρίν ή γνώναι αυτόν ή προελέσθαι πονηρά εκλέξεται τό αγαθόν

        διότι πρίν ή γνώναι τό παιδίον αγαθόν ή κακόν απειθεί πονηρία τού εκλέξασθαι τό αγαθόν καί καταλειφθήσεται η γή ην σύ φοβή από προσώπου τών δύο βασιλέων

        καί είπεν κύριος πρός με λαβέ σεαυτώ τόμον καινού μεγάλου καί γράψον εις αυτόν γραφίδι ανθρώπου τού οξέως προνομήν ποιήσαι σκύλων πάρεστιν γαρ

        καί μαρτυράς μοι ποίησον πιστούς ανθρώπους τόν Ουριαν καί τόν Ζαχαριαν υιόν Βαραχιου

        καί προσήλθον πρός τήν προφήτιν καί εν γαστρί έλαβεν καί έτεκεν υιόν καί είπεν κύριός μοι κάλεσον τό όνομα αυτού ταχέως σκύλευσον οξέως προνόμευσον

        διότι πρίν ή γνώναι τό παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα λήμψεται δύναμιν Δαμασκού καί τά σκύλα Σαμαρείας έναντι βασιλέως Ασσυρίων

        καί αφελεί από τής Ιουδαίας άνθρωπον ός δυνήσεται κεφαλήν άραι ή δυνατόν συντελέσασθαί τι καί έσται η παρεμβολή αυτού ώστε πληρώσαι τό πλάτος τής χώρας σου μεθ' ημών ο Θεός

        γνώτε έθνη καί ηττάσθε επακούσατε έως εσχάτου τής γής ισχυκότες ηττάσθε εάν γάρ πάλιν ισχύσητε πάλιν ηττηθήσεσθε

        καί ήν άν βουλεύσησθε βουλήν διασκεδάσει κύριος καί λόγον όν εάν λαλήσητε ου μή εμμείνη υμίν ότι μεθ' ημών κύριος ο Θεός

 

Ο Απόστολος

 

Πρός Εβραίους Επιστολής Παύλου

τό Ανάγνωσμα (Κεφ.1,10-14 & 2,1-3)

        Κατ' αρχάς σύ, Κύριε, τήν γήν εθεμελίωσας, καί έργα τών χειρών σού εισιν οι ουρανοί,

        αυτοί απολούνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται,

        καί ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, καί αλλαγήσονται, σύ δέ ο αυτός εί, καί τά έτη σου ουκ εκλείψουσι.

        πρός τίνα δέ τών αγγέλων είρηκέ ποτε, Κάθου εκ δεξιών μου, έως άν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον τών ποδών σου;

        ουχί πάντες εισί λεiτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν.

        Διά τούτο δεί περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοίς ακουσθείσι, μή ποτε παραρρυώμεν.

        ει γάρ ο δι, αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, καί πάσα παράβασις καί παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν,

        πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας; ήτις, αρχήν λαβούσα λαλείσθαι διά τού Κυρίου, υπό τών ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη,

 

Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον

(Κεφ. 2,1-12)

        Τού Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, εν ημέραις Ηρώδου τού βασιλέως, Ιδού, μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα,

        λέγοντες, Πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς τών Ιουδαίων, είδομεν γάρ αυτού τόν, αστέρα εν τή ανατολή, καί ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ.

        ακούσας δέ Hρώδης ο βασιλεύς εταράχθη, καί πάσα Ιεροσόλυμα μετ' αυτού.

        καί συναγαγών πάντας τούς αρχιερείς καί γραμματείς τού λαού, επυνθάνετο παρ' αυτών πού ο Χριστός γεννάται.

        οι δέ είπον αυτώ, Εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, ούτω γάρ γέγραπται διά τού προφήτου,

        Καί σύ, Βηθλεέμ γή Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη εί εν τοίς ηγεμόσιν Ιούδα, εκ σού γάρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τόν λαόν μου τόν Ισραήλ.

        τότε Ηρώδης, λάθρα καλέσας τούς μάγους, ηκρίβωσε παρ' αυτών τόν χρόνον τού φαινομένου αστέρος.

        καί πέμψας αυτούς εις Βηθλεέμ είπε, Πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περί τού παιδίου, επάν δέ εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ.

        οι δέ ακούσαντες τού βασιλέως επορεύθησαν, καί ιδού, ο αστήρ, όν είδον εν τή ανατολή, προήγεν αυτούς, έως ελθών έστη επάνω ου ήν τό παιδίον.

        ιδόντες δέ τόν αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα.

        καί ελθόντες εις τήν οικίαν, είδον τό παιδίον μετά Μαρίας τής μητρός αυτού, καί πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, καί ανοίξαντες τούς θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν.

        καί χρηματισθέντες κατ' όναρ μή ανακάμψαι πρός Ηρώδην, δι' άλλης οδού ανεχώρησαν εις τήν χώραν αυτών.

 

Είτα λέγει ό Αναγνώστης

Ταχύ προκαταλαβέτωσαv ημάς οι οικτιρμοί σου, Κύριε, ότι επτωχεύσαμεv σφόδρα. βοήθησοv ημίv, ο Θεός,ο Σωτήρ ημών, έvεκεν τής δόξης τού ονόματός σου. Κύριε, ρύσαι ημάς, καί ιλάσθητι ταίς αμαρτίαις ημών, ένεκεν τού ονοματός σου.

 

Τό Τρισάγιον

Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών

 

Είτα τό Κοντάκιον

Η Παρθένος σήμερον, τόν Προαιώνιον Λόγον, εν Σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως. Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα, δόξασον μετά Αγγέλων καί τών Ποιμέvων, βουληθέντα εποφθήvαι, παιδίον νέον, τόν πρό αιώvωv Θεόν.

 

Τό, Κύριε ελέησον μ'. Ο εν παντί καιρώ...

 

Δόξα... Καί νύv... Τήν Τιμιωτέραν... Εv οvόματι Κυρίου... Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς...

 

Καί η Ευχή

Θεέ, καί Κύριε τών δυvάμεων καί πάσης κτίσεως Δημιουργέ, ο διά σπλάγχνα ανεικάστου ελέους σου τόν μοvογενή σου Υιόv, τόv Κύριον ημών Ιησούv Χριστόν, καταπέμψας επί σωτηρία τού γένους ημών, καί διά τού τιμίου αυτού Σταυρού τό χειρόγραφον τών αμαρτιών ημών διαρρήξας, καί θριαμβεύσας εv αυτώ τάς αρχάς καί εξουσίας τού σκότους. Αυτός Δέσποτα φιλάνθρωπε, πρόσδεξαι καί ημών τώv αμαρτωλώv τάς ευχαριστηρίους ταύτας, καί ικετηρίους εντεύξεις, καί ρύσαι ημάς από παντός ολεθρίου καί σκοτεινού παραπτώματος, καί πάντων τώv κακώσαι ημάς ζητούvτων ορατών καί αοράτων εχθρώv. Καθήλωσοv εκ τού φόβου σου τάς σάρκας ημώv, καί μή εκκλίνης τάς καρδίας ημώv εις λόγους, ή εις λογισμούς πονηρίας. αλλά τώ πόθω σου τρώσοv ημώv τάς ψυχάς. Ίvα διά παντός πρός σέ ατεvίζοντες, καί τώ παρά σού φωτί οδηγούμεvοι, σέ τό απρόσιτον και αϊδιοv κατοπτεύοντες φώς, ακατάπαυστόv σοι τήv εξομολόγησιν, καί ευχαριστίαν αναπέμπωμεv, τώ ανάρχω Πατρί, σύv τώ μοvογενεί σου Υιώ, καί τώ παvαγίω καί αγαθώ καί ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύv καί αεί, καί εις τούς αιώνας τών αιώvων. Αμήν.

 

ΩΡΑ ΕΝΑΤΗ

 

Τό, Τρισάγιον. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών.

 

Τό, Κύριε ελέησον, ιβ'. Τό, Δεύτε προσκυνήσωμεν, γ'. Είτα τούς εφεξής τρείς ψαλμούς.

 

Ψαλμός ΡΘ' (109)

        Είπεν ο κύριος τώ κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου έως άν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον τών ποδών σου

        ράβδον δυνάμεώς σου εξαποστελεί κύριος εκ Σιων καί κατακυρίευε εν μέσω τών εχθρών σου

        μετά σού η αρχή εν ημέρα τής δυνάμεώς σου εν ταίς λαμπρότησιν τών αγίων εκ γαστρός πρό εωσφόρου εξεγέννησά σε

        ώμοσεν κύριος καί ου μεταμεληθήσεται σύ ει ιερεύς εις τόν αιώνα κατά τήν τάξιν Μελχισεδεκ

        κύριος εκ δεξιών σου συνέθλασεν εν ημέρα οργής αυτού βασιλείς

        κρινεί εν τοίς έθνεσιν πληρώσεi πτώματα συνθλάσει κεφαλάς επί γής πολλών

        εκ χειμάρρου εν οδώ πίεται διά τούτο υψώσει κεφαλήν

 

Ψαλμός ΡΙ' (110)

        Εξομολογήσομαί σοι κύριε εν όλη καρδία μου εν βουλή ευθείων καί συναγωγή

        μεγάλα τά έργα κυρίου εξεζητημένα εις πάντα τά θελήματα αυτού

        εξομολόγησις καί μεγαλοπρέπεια τό έργον αυτού καί η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τόν αιώνα τού αιώνος

        μνείαν εποιήσατο τών θαυμασίων αυτού ελεήμων καί οικτίρμων ο κύριος

        τροφήν έδωκεν τοίς φοβουμένοις αυτόν μνησθήσεται εις τόν αιώνα διαθήκης αυτού

        ισχύν έργων αυτού ανήγγειλεν τώ λαω αυτού τού δούναι αυτοίς κληρονομίαν εθνών

        έργα χειρών αυτού αλήθεια καί κρίσις πισταί πάσαι αι εντολαί αυτού

        εστηριγμέναι εις τόν αιώνα τού αιώνος πεποιημέναι εν αληθεία καί ευθύτητι

        λύτρωσιν απέστειλεν τώ λαώ αυτού ενετείλατο εις τόν αιώνα διαθήκην αυτού άγιον καί φοβερόν τό όνομα αυτού

        αρχή σοφίας φόβος κυρίου σύνεσις αγαθή πάσι τοίς ποιούσιν αυτήν η αίνεσις αυτού μένει εις τόν αιώνα τού αιώνος

 

Ψαλμός ΠΕ' (85)

        Κλίνον κύριε τό ούς σου καί επάκουσόν μου ότι πτωχός καί πένης ειμί εγώ

        φύλαξον τήν ψυχήν μου ότι όσιός ειμι σώσον τόν δούλόν σου ο Θεός μου τόν ελπίζοντα επί σέ

        ελέησόν με κύριε ότι πρός σέ κεκράξομαι όλην τήν ημέραν

        εύφρανον τήν ψυχήν τού δούλου σου ότι πρός σέ κύριε ήρα τήν ψυχήν μου

        ότι σύ κύριε χρηστός καί επιεικής καί πολυέλεος πάσι τοίς επικαλουμένοις σε

        ενώτισαι κύριε τήν προσευχήν μου καί πρόσχες τή φωνή τής δεήσεώς μου

        εν ημέρα θλίψεώς μου εκέκραξα πρός σέ ότι εισήκουσάς μου

        ουκ έστιν όμοιός σοι εν θεοίς κύριε καί ουκ έστιν κατά τά έργα σου πάντα τά έθνη όσα εποίησας ήξουσιν καί προσκυνήσουσιν ενώπιόν σου κύριε καί δοξάσουσιν τό όνομά σου

        ότι μέγας εί σύ καί ποιών θαυμάσια σύ εί ο Θεός μόνος ο μέγας

        οδήγησόν με κύριε τή οδώ σου καί πορεύσομαι εν τή αληθεία σου ευφρανθήτω η καρδία μου τού φοβείσθαι τό όνομά σου

        εξομολογήσομαί σοι κύριε ο Θεός μου εν όλη καρδία μου καί δοξάσω τό όνομά σου εις τόν αιώνα

        ότι τό έλεός σου μέγα επ' εμέ καί ερρύσω τήν ψυχήν μου εξ άδου κατωτάτου

        ο Θεός παράνομοι επανέστησαν επ' εμέ καί συναγωγή κραταιών εζήτησαν τήν ψυχήν μου καί ου προέθεντό σε ενώπιον αυτών

        καί σύ κύριε ο Θεός οικτιρμών καί ελεήμων μακρόθυμος καί πολυέλεος καί αληθινός

        επίβλεψον επ' εμέ καί ελέησόν με δός τό κράτος σου τώ παιδί σου καί σώσον τόν υιόν τής παιδίσκης σου

        ποίησον μετ' εμού σημείον εις αγαθόν καί ιδέτωσαν οι μισούντές με καί αισχυνθήτωσαν ότι σύ κύριε εβοήθησάς μοι καί παρεκάλεσάς με

 

Δόξα... Kαί νύν... Αλληλούϊα, γ'

Kύριε ελέησον, γ'

Είτα, Δόξα... καί τό Τροπάριον

Απεγράφετο ποτέ, σύν τώ πρεσβύτη Ιωσήφ, ως εκ σπέρματος Δαυϊδ, εν Βηθλεέμ η Μαριάμ, κυοφορούσα τήν άσπορον κυοφορίαν. Επέστη δέ καιρός ο τής γεννήσεως, καί τόπος ήν ουδείς τώ καταλύματι. αλλ' ως τερπνόv παλάτιοv, τό Σπήλαιοv τή Βασιλίδι εδείκvυτο. Χριστός γεννάται, τήν πρίv πεσούσαν,αναστήσων εικόνα.

Καί νύν...

Ο δι' ημάς γεννηθείς εκ Παρθέvου, καί σταύρωσιν υπομείνας Αγαθέ, ο θανάτω τόν θάνατον σκυλεύσας, καί έγερσιν δείξας ως Θεός, μή παρίδης ούς έπλασας τή χειρί σου, δείξον τήν φιλανθρωπίαν σου ελεήμον, δέξαι τήv τεκούσάν σε Θεοτόκοv, πρεσβεύουσαv υπέρ ημών, καί σώσοv, Σωτήρ ημών, λαόν απεγνωσμένον.

 

Είτα ψάλλομεν τά παρόντα Ιδιόμελα

Ήχος βαρύς

Εξεπλήττετο ο Ηρώδης, ορών τών Μάγων τήν ευσέβειαν, καί τώ θυμώ vικώμενος, τού έτους ηκριβολόγει τό διάστημα. Μητέρες ητεκvούντο, καί η άωρος ηλικία τώv βρεφώv, πικρώς κατεθερίζετο, μαζοί εξηραίvοντο, καί πόροι γάλακτος συνεστέλλοντο. Μέγα ήv τό δεινόν! διό ευσεβώς πιστοί συνελθοvτες, προσκυνήσωμεv τού Χριστού τήν γέvνησιν.

 

Δίς τό αυτό, άνευ Στίχου

 

Στίχ. Ο Θεός από θαιμάν ήξει καί ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος.

 

Ήχος β'

Ότε Ιωσήφ, Παρθέvε, λύπη ετιτρώσκετο, πρός Βηθλεέμ απαίρωv, εβόας πρός αυτόv. Τ' ορώv με έγκυοv, στυγνάζεις καί ταράσσεσαι, αγvoώv όλως, τό εv εμοί φρικτόν μυστήριον, Λοιπόv απόθου φόβον άπαντα, τό παράδοξοv εννοώv, Θεός κάτεισι γάρ επί γής δι' έλεον, εν τή εμή μήτρα vύν, καί σάρκα προσελάβετο, όνπερ τικτόμεvoν, όψει ως ηυδόκησε, καί τής χαράς πλησθείς, προσκυvήσεις ως Κτίστην σου, όν Άγγελοι υμvούσιv απαύστως, καί δοξάζουσι, σύν Πατρί καί Αγίω Πvεύματι.

 

Στίχ. Κύριε εισακήκοα τήν ακοήν σου καί εφοβήθνη κατενόησα τά έργα σου.

 

Πάλιν τό αυτό. Είτα, Δόξα... Καί νύν... Ήχος πλ. β'

 

Ιστέον ότι τό εξής Ιδιόμελοv Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου αναγινώσκεται πρότερον ευλαβώς καί μετά μέλους υπό τού Κανονάρχου εν τώ μέσω τού Ναού. Είτα ψάλλεται μελωδικώτερον υπό τών δύο χορών.

 

Σήμερον γενvάται εκ Παρθένου, ο δρακί τήν πάσαν έχων κτίσιν (εκ τρίτου).

 

        Ράκει καθάπερ βροτός σπαργαvούται, ο τή ουσία αναφής.

        Θεός εν φάτνη ανακλίνεται, ο στερεώσας τούς ούρανούς πάλαι κατ' αρχάς.

        Εκ μαζών γάλα τρέφεται, ό εν τή ερήμω Μάννα ομβρίσας τώ Λαώ.

        Μάγους προσκαλείται, ο Νυμφίος τής Εκκλησίας

        Δώρα τούτων αίρει, ο Υιός τής Παρθένου.

        Προσκυνούμέν σου τήν Γένναν Χριστέ (εκ γ').

        Δείξον ημίv καί τά θείά σου Θεοφάνεια.

 

Καί ευθύς τό προκείμενον τής Προφητείας Ήχος δ'

Μήτηρ Σιων ερεί άνθρωπος, καί άνθρωπος, εγεννήθη εv αυτή.

Στίχ. Οι θεμέλιοι αύτού εv τοίς όρεσι τοίς αγίοις.

 

Προφητείας Ησαϊου τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 9,6-7)

        Παιδίον εγεννήθη ημίν υιός καί εδόθη ημίν ου η αρχή εγενήθη επί τού ώμου αυτού καί καλείται τό όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος εγώ γάρ άξω ειρήνην επί τούς άρχοντας ειρήνην καί υγίειαν αυτώ

        μεγάλη η αρχή αυτού καί τής ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον επί τόν θρόνον Δαυϊδ καί τήν βασιλείαν αυτού κατορθώσαι αυτήν καί αντιλαβέσθαι αυτής εν δικαιοσύνη καί εν κρίματι από τού νύν καί εις τόν αιώνα χρόνον ο ζήλος κυρίου σαβαώθ ποιήσει ταύτα

 

Ο Απόστολος

 

Πρός Εβραίους Επιστολής Παύλου

τό Ανάγνωσμα (Κεφ. 2,11-18)

        Αδελφοί, αγιάζων καί οι αγιαζόμενοι, εξ ενός παντες, δι' ην αιτίαν ουκ επαισχύνεται αδελφούς αυτούς καλείν,

        λέγων, Απαγγελώ τό όνομά σου τοίς αδελφοίς μου, εν μέσω εκκλησίας υμνήσω σε.

        καί πάλιν, Εγώ έσομαι πεποιθώς επ' αυτώ. καί πάλιν, Ιδού εγώ καί τά παιδία ά μοι έδωκεν ο Θεός.

        επεί ούν τά παιδία κεκοινώνηκε σαρκός καί αίματος, καί αυτός παραπλησίως μετέσχε τών αυτών, ίνα διά τού θανάτου καταργήση τόν τό κράτος έχοντα τού θανάτου, τούτ' έστι τόν διάβολον,

        καί απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου διά παντός τού ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας.

        ου γάρ δήπου αγγέλων επιλαμβανεται, αλλά σπέρματος Αβραάμ επιλαμβάνεται,

        όθεν ώφειλε κατά πάντα τοίς αδελφοίς ομοιωθήναι, ίνα ελεήμων, γένηται καί πιστός αρχιερεύς τά πρός τόν Θεόν, εις τό ιλάσκεσθαι τάς αμαρτίας τού λαού.

        εν ω γάρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοίς πειραζομένοις βοηθήσαι.

 

Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον

(Κεφ. 2,13-23)

        Αναχωρησάντων τών Μάγων, ιδού, άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ' όναρ τώ Ιωσήφ, λέγων, Εγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού, καί φεύγε εις Αίγυπτον, καί ίσθι εκεί έως άν είπω σοι, μέλλει γάρ Ηρώδης ζητείν τό παιδίον, τού απολέσαι αυτό.

        ο δέ εγερθείς παρέλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού νυκτός καί ανεχώρησεν εις Αίγυπτον,

        καί ήν εκεί έως τής τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή τό ρηθέν υπό τού Κυρίου διά τού προφήτου, λέγοντος, εξ Αιγύπτου εκάλεσα τόν υιόν μου.

        τότε Ηρώδης, ιδών ότι ενεπαίχθη υπό τών μαγων, εθυμώθη λίαν, καί αποστείλας ανείλε πάντας τούς παίδας τούς εν Βηθλεέμ καί εν πάσι τοίς ορίοις αυτής, από διετούς καί κατωτέρω, κατά τόν χρόνον όν ηκρίβωσε παρά τών μάγων .

        τότε επληρώθη τό ρηθέν διά Ιερεμίου τού προφήτου, λέγοντος,

        Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος καί κλαυθμός καί οδυρμός πολύς, Ραχήλ κλαίουσα τά τέκνα αυτής, καί ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισί.

        τελευτήσαντος δέ τού Ηρώδου, ιδού άγγελος Κυρίου κατ' όναρ φαίνεται τώ Ιωσήφ εν Αιγύπτω,

        λέγων, Εγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού, καί πορεύου εις γήν Ισραήλ, τεθνήκασι γάρ οι ζητούντες τήν ψυχήν τού παιδίου.

        ο δέ εγερθείς παρέλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού καί ήλθεν εις γήν Ισραήλ.

        ακούσας δέ ότι Αρχέλαος βασιλεύει επί τής Ιουδαίας αντί Ηρώδου τού πατρός αυτού, εφοβήθη εκεί απελθείν, χρηματισθείς δέ κατ' όναρ, ανεχώρησεν εις τά μέρη τής Γαλιλαίας,

        καί ελθών κατώκησεν εις πόλιν λεγομένην Ναζαρέθ, όπως πληρωθή τό ρηθέν διά τών προφητών ότι Ναζωραίος κληθήσεται.

 

Μετά ταύτα λέγει ο Αναγνώστης

 

Μή δή παραδώης ημάς εις τέλος, διά τό όνομά σου τό Άγιοv, καί μή διασκεδάσης τήv διαθήκηv σου, καί μή αποστήσης τό έλεός σου αφ' ημώv, διά Αβραάμ τόν ηγαπημέvον υπό σού, καί διά Ισαάκ τόv δούλόν σου καί Ισραήλ τόv Άγιόν σου.

 

Τό Τρισάγιον

Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών

 

Είτα τό Κοντάκιον

Η Παρθένος σήμερον, τόν Προαιώνιον Λόγον, εν Σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως. Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα, δόξασον μετά Αγγέλων καί τών Ποιμέvων, βουληθέντα εποφθήvαι, παιδίον νέον, τόν πρό αιώvωv Θεόν.

 

Τό, Κύριε ελέησον μ'. Ο εν παντί καιρώ...

 

Δόξα... Καί νύv... Τήν Τιμιωτέραν... Εv οvόματι Κυρίου... Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς...

 

Καί η Ευχή

Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο μακροθυμήσας επί τοίς ημώv πλημμελήμασι, καί άχρι τής παρούσης ώρας αγαγών ημάς, εν ή επί τού ζωοποιού ξύλου κοεμάμενος, τώ εθγνώμοvι ληστή τήv εις τόv Παράδεισον ωδοποίησας είσοδον, καί θαvάτω τόν θάvατοv ώλεσας, ιλάσθητι ημίν τοίς ταπειvοίς, καί αμαρτωλοίς καί αναξίοις δούλοις σου. Ημάρτομεv γάρ καί ηνομήσαμεv, καί ουκ εσμέv άξιοι άραι τά όμματα ημώv, καί βλέψαι εις τό ύψος τού ουραvού, διότι κατελίπομεν τήν οδόv τής δικαιοσύνης σου καί επορεύθημεν εν τοίς θελήμασι τώv καρδιώv ημών. Αλλ' ικετεύομεv τήv σήν ανείκαστον αγαθότητα. Φείσαι ημών, Κύριε κατά το πλήθος τού ελέους σου, καί σώσον ημάς διά τό όvομά σου τό Άγιοv, ότι εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι ημώv. Εξελού ημάς τής τού αντικειμένου χειρός,καί άφες ημίv τά αμαρτήματα, καί vέκρωσοv τό σαρκικόν ημών φρόνημα, ίvα τόν παλαιόv αποθέμεvοι άνθρωποv, τόν νέον ενδυσώμεθα, καί σοί ζήσωμεν τώ ημετέρω Δεσπότη καί κηδεμόνι. Καί ούτω τοίς σοίς ακολουθούvτες προστάγμασιν, εις τήv αιώνιοv ανάπαυσιν καταντήσωμεv, ένθα πάvτων εστί τώv ευφραινομέvων η κατοικία. Σύ γάρ εί η όντως αληθινή ευφροσύνη καί αγαλλίασις τών αγαπώντων σε, Χριστέ ό Θεός ημών, καί σοί τήν δόξαν αναμπέπομεv, σύν τώ ανάρχω σου Πατρί, καί τώ Παναγίω, καί αγαθώ, καί ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν καί αεί, καί εις τούς αιώνας τών αιώνωv. Αμήv.

 

Είτα τά Τυπικά, χύμα

 

Ευλόγει η ψυχή μου τόν Κύριον, κ.τ.λ.

Δόξα... Αίνει η ψυχή μου τόν Κύριον, κ.τ.λ.

Καί νύν...

Ο μοvογενής Υιός καί Λόγος τού Θεού κ.τ.λ.

Εν τή Βασιλεία σου μνήσθητι ημών Κύριε...

        Μακάριοι οι πτωχοί τώ πνεύματι...

        Μακάριοι οι πενθούντες...

        Μακάριοι οι πραείς...

        Μακάριοι οι πεινώντες...

        Μακάριοι οι ελεήμονες...

        Μακάριοι οι καθαροί τή καρδία...

        Μακάριοι οι ειρηνοποιοί...

        Μακάριοι οι δεδιωγμένοι...

        Μακάριοι εστέ, όταν...

        Χαίρετε καί αγαλλιάσθε...

Δόξα... Καί νύν...

        Μνήσθητι ημών, Κύριε...

        Μνήσθητι ημώv, Δέσποτα...

        Μνήσθητι ημών, Άγιε...

 

Χορός ο επουράνιος υμvεί σε καί λέγει. Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός καί η γή τής δόξης σου.

Στίχ. Προσέλθετε πρός αύτόν, καί φωτίσθητε.

 

Χορός ο επουράνιος υμvεί σε καί λέγει. Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός καί η γή τής δόξης σου.

Δόξα...

Χορός Αγίωv Αγγέλων καί Αρχαγγέλων, μετά πασών τών επουρανίων Δυνάμεων υμνεί σε καί λέγει. Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός καί η γή τής δόξης σου.

Καί νύν...

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα...

 

Άνες, άφες, συγχώρησον, ο Θεός, τά παραπτώματα ημών, τα εκούσια καί τά ακούσια, τα εν έργω καί λόγω, τά εν γνώσει καί αγνοία, τα εν νυκτί καί εν ημέρα, τά κατά νούν καί διάνοιαν, τά πάντα ημίν συγχώρησον, ως αγαθός καί φιλανθρωπος.

 

Πάτερ ημώv... Ότι σού εστιν...

 

Τό Κοντάκιον

Η Παρθέvος σήμεροv, τόν προαιώνιοv Λόγοv, εν σπηλαίω έρχεται, αποτεκείv απορρήτως. Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα, δόξασον μετά Αγγέλωv καί τώv Ποιμένων, βουληθέvτα εποφθήναι, παιδίον νέον, τόν πρό αιώvων Θεον.

 

Τό, Κύριε ελέησον, ιβ'. Είη τό όνομα Κυρίου ευλογημένον, εκ γ'. Δόξα... Καί vύv... Τό, Ευλογήσω τόν Κύριον...

 

Καί Απόλυσις