ΤΗ ΚΕ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ

 

Η κατά Σάρκα Γέννησις τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Iησού Χριστού.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

 

Εις τό, Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν Στίχους ς' καί ψάλλομεν Στιχηρά Ιδιόμελα.

 

Ήχος β' Γερμανού

Δεύτε αγαλλιασώμεθα τώ Κυρίω, τό παρόν μυστήριον εκδιηγούμενοι, τό μεσότοιχον τού φραγμού διαλέλυται, η φλογίνη ρομφαία τά νώτα δίδωσι, καί τά Χερουβίμ παραχωρεί τού ξύλου τής ζωής, καγώ τού παραδείσου τής τρυφής μεταλαμβάνω, ού προεξεβλήθην διά τής παρακοής, Η γάρ απαράλλακτος είκων τού Πατρός, ο χαρακτήρ τής αϊδιότητος αυτού, μορφήν δούλου λαμβάνει, εξ απειρογάμου Μητρός προελθών, ου τροπήν υπομείνας, ο γάρ ήν διέμεινε, Θεός ών αληθινός, καί ο ουκ ήν προσέλαβεν, άνθρωπος γενόμενος διά φιλανθρωπίαν, αυτώ βοήσωμεν, ο τεχθείς εκ Παρθένου Θεός, ελέησον ημάς. (Δίς)

Ανατολίου, ο αυτός

Τού Κυρίου Ιησού γεννηθέντος εκ τής αγίας Παρθένου, πεφώτισται τά σύμπαντα, Ποιμένων γάρ αγραυλούντων, καί Μάγων προσκυνούντων, Αγγέλων ανυμνούντων, Ηρώδης εταράττετο, ότι Θεός έν σαρκί εφάνη, Σωτήρ τών ψυχών ημών. (Δίς)

Ο αυτός

Η Βασιλεία σου, Χριστέ ο Θεός, βασιλεία πάντων τών αιώνων, καί η Δεσποτεία σου, εν πάση γενεά καί γενεά, ο σαρκωθείς εκ Πνεύματος Αγίου, καί εκ τής αειπαρθένου Μαρίας ενανθρωπήσας, φώς ημίν έλαμψας, Χριστέ ο Θεός, τή σή παρουσία, φώς εκ φωτός, τού Πατρός τό απαύγασμα, πάσαν κτίσιν εφαίδρυνας, Πάσα πνοή αινεί σε, τόν χαρακτήρα τής δόξης τού Πατρός, Ο ών καί προών, καί εκλάμψας εκ Παρθένου Θεός, ελέησον ημάς.

Ο αυτός

Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ότι ώφθης επί γής ως άνθρωπος δι' ημάς; έκαστον γάρ τών υπό σού γενομένων κτισμάτων, τήν ευχαριστίαν σοι προσάγει, οι Άγγελοι τόν ύμνον, οι ουρανοί τόν Αστέρα, οι Μάγοι τά δώρα, οι Ποιμένες τό θαύμα, η γή τό σπήλαιον, η έρημος τήν φάτνην, ημείς δέ Μητέρα Παρθένον, ο πρό αιώνων Θεός ελέησον ημάς.

Δόξα... Καί νύν...

Ήχος ο αυτός Κασίας

Αυγούστου μοναρχήσαντος επί τής γής, η πολυαρχία τών ανθρώπων επαύσατο, καί σού ενανθρωπήσαντος εκ τής Αγνής, η πολυθεϊα τών ειδώλων κατήργηται, Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον, αι πόλεις γεγένηνται, καί εις μίαν Δεσποτείαν θεότητος, τά Έθνη επίστευσαν, Απεγράφησαν οι λαοί, τώ δόγματι τού Καίσαρος, επεγράφημεν οι πιστοί, ονόματι θεότητος, σού τού ενανθρωπήσαντος Θεού ημών, Μέγα σου τό έλεος, δόξα σοι.

 

Καί γίνεται Είσοδος μετά τού Ευαγγελίου. Φώς ιλαρόν, καί τά Αναγνώσματα, κατά τήν τάξιν αυτών, μετά τών τροπαρίων καί τών στίχων αυτών.

 

Α' Γενέσεως τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 1, 1-13)

            Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τόν ουρανόν καί τήν γήν

            η δέ γή ήν αόρατος καί ακατασκεύαστος καί σκότος επάνω τής αβύσσου καί πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω τού ύδατος

            καί είπεν ο Θεός γενηθήτω φώς καί εγένετο φώς

            καί είδεν ο Θεός τό φώς ότι καλόν καί διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον τού φωτός καί ανά μέσον τού σκότους

            καί εκάλεσεν ο Θεός τό φώς ημέραν καί τό σκότος εκάλεσεν νύκτα καί εγένετο εσπέρα καί εγένετο πρωί ημέρα μία

            καί είπεν ο Θεός γενηθήτω στερέωμα εν μέσω τού ύδατος καί έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος καί ύδατος καί εγένετο ούτως

            καί εποίησεν ο Θεός τό στερέωμα καί διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον τού ύδατος ο ήν υποκάτω τού στερεώματος καί ανά μέσον τού ύδατος τού επάνω τού στερεώματος

            καί εκάλεσεν ο Θεός τό στερέωμα ουρανόν καί είδεν ο Θεός ότι καλόν καί εγένετο εσπέρα καί εγένετο πρωί ημέρα δευτέρα

            καί είπεν ο Θεός συναχθήτω τό ύδωρ τό υποκάτω τού ουρανού εις συναγωγήν μίαν καί οφθήτω η ξηρά καί εγένετο ούτως καί συνήχθη τό ύδωρ τό υποκάτω τού ουρανού εις τάς συναγωγάς αυτών καί ώφθη η ξηρά

            καί εκάλεσεν ο Θεός τήν ξηράν γήν καί τά συστήματα τών υδάτων εκάλεσεν θαλάσσας καί είδεν ο Θεός ότι καλόν

            καί είπεν ο Θεός βλαστησάτω η γή βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος καί καθ' ομοιότητα καί ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν ου τό σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί τής γής καί εγένετο ούτως

            καί εξήνεγκεν η γή βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος καί καθ' ομοιότητα καί ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν ου τό σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί τής γής καί είδεν ο Θεός ότι καλόν

            καί εγένετο εσπέρα καί εγένετο πρωί ημέρα τρίτη

 

Β' Αριθμών τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 24, 2-3, 5-9, 17-18)

            Εγένετο πνεύμα Θεού επί Βαλαάμ,

            καί αναλαβών τήν παραβολήν αυτού είπεν

            ως καλοί σου οι οίκοι Ιακώβ αι σκηναί σου Ισραήλ ωσεί νάπαι σκιάζουσαι καί

            ωσεί παράδεισοι επί ποταμών καί ωσεί σκηναί άς έπηξεν κύριος ωσεί κέδροι παρ' ύδατα

            εξελεύσεται άνθρωπος εκ τού σπέρματος αυτού καί κυριεύσει εθνών πολλών καί υψωθήσεται ή Γωγ βασιλεία αυτού καί αυξηθήσεται η βασιλεία αυτού

            Θεός ωδήγησεν αυτόν εξ Αιγύπτου ως δόξα μονοκέρωτος αυτώ έδεται έθνη εχθρών

            αυτού καί τά πάχη αυτών εκμυελιεί καί ταίς βολίσιν αυτού κατατοξεύσει εχθρόν

            κατακλιθείς ανεπαύσατο ως λέων καί ως σκύμνος τίς αναστήσει αυτόν οι ευλογούντές σε ευλόγηνται καί οι καταρώμενοί σε κεκατήρανται

            ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ καί αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ καί θραύσει τούς αρχηγούς Μωαβ καί προνομεύσει πάντας υιούς Σηθ

            καί έσται Εδωμ κληρονομία καί έσται κληρονομία Ησαυ ο εχθρός αυτού καί Ισραήλ εποίησεν εν Ισχύϊ

 

Γ' Προφητείας Μιχαίου τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 4, 6-7 & 5, 1-3)

            Εν ταίς ημέραις εκείναις λέγει κύριος συνάξω τήν συντετριμμένην καί τήν εξωσμένην εισδέξομαι καί ούς απωσάμην

            καί θήσομαι τήν συντετριμμένην εις υπόλειμμα καί τήν απωσμένην εις έθνος ισχυρόν καί βασιλεύσει κύριος επ' αυτούς εν όρει Σιων από τού νύν καί έως εις τόν αιώνα

            Tάδε λέγει Κύριος, καί συ Βηθλεέμ οίκος τού Εφραθά ολιγοστός εί τού είναι εν Ισραήλ καί χιλιάσιν Ιούδα εκ σού μοι εξελεύσεται τού είναι εις άρχοντα εν τώ αί έξοδοι αυτού απ' αρχής εξ ημερών αιώνος

            διά τούτο δώσει αυτούς έως καιρού τικτούσης τέξεται καί οι επίλοι ποι τών αδελφών αυτών επιστρέψουσιν επί τούς υιούς Ισραήλ

            καί στήσεται καί όψεται καί ποιμανεί τό ποίμνιον αυτού εν ισχύι κυρίου καί εν τή δόξη τού ονόματος κυρίου τού Θεού αυτών υπάρξουσιν διότι νύν μεγαλυνθήσεται έως άκρων τής γής

 

Είτα ανιστάμενοι λέγομεν

 

Τροπάριον Ήχος πλ. β'

Λαθών ετέχθης υπό τό Σπήλαιον, αλλ' ουρανός σε πάσιν εκήρυξεν, ώσπερ στόμα, τόν Αστέρα προβαλλόμενος Σωτήρ, Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, εν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

Στίχος α' Οι θεμέλιοι αυτού έν τοίς όρεσι τοίς αγίοις, αγαπά Κύριος τάς πύλας Σιών, υπέρ πάντα τά σκηνώματα Ιακώβ.

            Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, έν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

Στίχος β' Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σού, η Πόλις τού Θεού, μνησθήσομαι Ραάβ καί Βαβυλώνος, τοίς γινώσκουσί με.

            Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, έν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

Στίχος γ' Καί ιδού αλλόφυλοι, καί Τύρος, καί λαός τών Αιθιόπων.

            Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, έν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

Στίχος δ' Ούτοι εγεννήθησαν εκεί, Μήτηρ Σιών, ερεί άνθρωπος εγεννήθη εν αυτή, καί αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο' Υψιστος.

            Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, έν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

Στίχος ε' Κύριος διηγήσεται εν γραφή λαών, καί Αρχόντων τούτων τών γεγεννημένων εν αυτή, Ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί.

            Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, έν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

Δόξα... Καί νύν...

Λαθών ετέχθης υπό τό Σπήλαιον, αλλ' ουρανός σε πάσιν εκήρυξεν, ώσπερ στόμα, τόν Αστέρα προβαλλόμενος Σωτήρ, Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, εν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.

 

Είτα, τά εφεξής Αναγνώσματα

 

Δ' Προφητείας Ησαϊου τό Ανάγνωσμα (Κεφ. 11, 1-10)

            Τάδε λέγει Κύριος, εξελεύσεται ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαι καί άνθος εκ τής ρίζης αναβήσεται

            καί αναπαύσεται επ' αυτόν πνεύμα τού Θεού πνεύμα σοφίας καί συνέσεως πνεύμα βουλής καί Ισχύος πνεύμα γνώσεως καί ευσεβείας

            εμπλήσει αυτόν πνεύμα φόβου Θεού ου κατά τήν δόξαν κρινεί ουδέ κατά τήν λαλιάν ελέγξει

            αλλά κρινεί ταπεινώ κρίσιν καί ελέγξει τούς ταπεινούς τής γής καί πατάξει γήν τώ λόγω τού στόματος αυτού καί εν πνεύματι διά χειλέων ανελεί ασεβή

            καί έσται δικαιοσύνη εζωσμένος τήν οσφύν αυτού καί αληθεία ειλημένος τάς πλευράς

            καί συμβοσκηθήσεται λύκος μετά αρνός καί πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω καί μοσχάριον καί ταύρος καί λέων άμα βοσκηθήσονται καί παιδίον μικρόν άξει αυτούς

            καί βούς καί άρκος άμα βοσκηθήσονται καί άμα τά παιδία αυτών έσονται καί λέων καί βούς άμα φάγονται άχυρα

            καί παιδίον νήπιον επί τρώγλην ασπίδων καί επί κοί την εκγόνων ασπίδων τήν χείρα επιβαλεί

            καί ου μή κακοποιήσωσιν ουδέ μή δύνωνται απολέσαι ουδένα επί τό όρος τό άγιόν μου ότι ενεπλήσθη η σύμπασα τού γνώναι τόν κύριον ως ύδωρ πολύ κατακαλύψαι θαλάσσας

            καί έσται εν τή ημέρα εκείνη η ρίζα τού Ιεσσαι καί ο ανιστάμενος άρχειν εθνών επ' αυτώ έθνη ελπιούσιν καί έσται η ανάπαυσις αυτού τιμή

 

Ε' Προφητείας Ιερεμίου τό Ανάγνωσμα

(Βαρούχ 3, 36-38 & 4, 1-4)

            Ούτος ο Θεός ημών ου λογισθήσεται έτερος πρός αυτόν

            εξεύρεν πάσαν οδόν επιστήμης καί έδωκεν αυτήν Ιακώβ τώ παιδί αυτού καί Ισραήλ τώ ηγαπημένω υπ' αυτού

            μετά τούτο επί τής γής ώφθη καί εν τοίς ανθρώποις συνανεστράφη

            αύτη η βίβλος τών προσταγμάτων τού Θεού καί ο νόμος ο υπάρχων εις τόν αιώνα πάντες οι κρατούντες αυτής εις ζωήν οι δέ καταλείποντες αυτήν αποθανούνται

            επιστρέφου Ιακώβ καί επιλαβού αυτής διόδευσον πρός τήν λάμψιν κατέναντι τού Φωτός αυτής

            μή δώς ετέρω τήν δόξαν σου καί τά συμφέροντά σοι έθνει αλλοτρίω

            μακάριοί εσμεν Ισραήλ ότι τά αρεστά τώ Θεώ ημίν γνωστά εστιν

 

ΣΤ' Προφητείας Δανιήλ τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 2, 31-36, 44-45)

Είπε Δανιήλ, τώ Ναβουχοδονόσορ, Σύ Βασιλεύ εΘεώρεις, καί ιδού είκων μία, μεγάλη η εικών εκείνη, καί η πρόσοψις αυτής υπερφερής, εστώσα πρό προσώπου σου η όρασις αυτής, φοβερά. Εικών, ής η κεφαλή χρυσίου καθαρού, αι χείρες καί τό στήθος καί οι βραχίονες αυτής, αργυροί, η κοιλία καί οι μηροί, χαλκοί, αι κνήμαι, σιδηραί, οι πόδες μέρος μέν τι σιδηρούν, μέρος δέ τι οστράκινον. Εθεώρεις, έως ότου απετμήθη λίθος από όρους άνευ χειρός, καί επάταξε τήν εικόνα επί τούς πόδας τούς σιδηρούς καί οστρακίνους, καί ελέπτυνεν αυτούς εις τέλος. Τότε ελεπτύνθησαν εις άπαξ, τό όστρακον ο σίδηρος, ο χαλκός, ο άργυρος, ο χρυσός, καί εγένοντο ωσεί κονιορτός από άλωνος θερινής, καί εξήρεν αυτά τό πλήθος τού πνεύματος, καί τόπος ουχ ευρέθη εν αυτοίς, καί ο λίθος, ο πατάξας τήν εικόνα, εγένετο εις όρος μέγα καί επλήρωσε πάσαν τήν γήν, τούτό εστι τό ενύπνιον, καί τήν σύγκρισιν αυτού, ερούμεν ενώπιον τού Βασιλέως. Αναστήσει ο Θεός τού ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τόν αιώνα ου διαφθαρήσεται, καί η βασιλεία αυτού λαώ ετέρω ουχ υπολειφθήσεται, καί λεπτυνεί καί εκλικμήσει πάσας τάς βασιλείας, καί αυτή αναστήσεται εις τούς αιώνας, όν τρόπον είδες, ότι από όρους ετμήθη λίθος άνευ χειρών, καί ελέπτυνε τό όστρακον, τόν σίδηρον, τόν χαλκόν, τόν άργυρον, τόν χρυσόν, ο Θεός ο μέγας εγνώρισε τώ βασιλεί, ά δεί γενέσθαι μετά ταύτα, καί αληθινόν τό ενύπνιον, καί πιστή η σύγκρισις αυτού.

 

Τροπάριον Ήχος πλ. β'

Ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε τής Δικαιοσύνης, καί Αστήρ σε υπέδειξεν, εν Σπηλαίω χωρούμενον τόν αχώρητον. Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Στίχος α' Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο, ενεδύσατο Κύριος δύναμιν καί περιεζώσατο.

            Μάγους όδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Στίχος β' Καί γάρ εστερέωσε τήν οικουμένην, ήτις ού σαλευθήσεται, έτοιμος ο θρόνος από τότε.

            Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Στίχος γ'. Επήραν οι ποταμοί Κύριε, επήραν οί ποταμοί φωνάς αυτών, αρούσιν οι ποταμοί επιτρίψεις αυτών, από φωνών υδάτων πολλών.

            Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Στίχος δ'. Θαυμαστοί οί μετεωρισμοί τής θαλάσσης, θαυμαστός εν υψηλοίς ο Κύριος, τά μαρτύριά σου επιστώθησαν σφόδρα.

            Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Στίχος ε' Τώ οίκω σου πρέπει αγίασμα, Κύριε, εις μακρότητα ημερών.

            Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Δόξα... Καί νύν...

Ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε τής Δικαιοσύνης, καί Αστήρ σε υπέδειξεν, εν Σπηλαίω χωρούμενον τόν αχώρητον. Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ' ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

 

Είτα, τά εφεξής Αναγνώσματα

 

Ζ' Προφητείας Ησαϊου τό Ανάγνωσμα

(Κεφ, 9, 6-7)

            Παιδίον εγεννήθη ημίν υιός καί εδόθη ημίν ου η αρχή εγενήθη επί τού ώμου αυτού καί καλείται τό όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος εγώ γάρ άξω ειρήνην επί τούς άρχοντας ειρήνην καί υγίειαν αυτώ

            μεγάλη η αρχή αυτού καί τής ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον επί τόν θρόνον Δαυϊδ καί τήν βασιλείαν αυτού κατορθώσαι αυτήν καί αντιλαβέσθαι αυτής εν δικαιοσύνη καί εν κρίματι από τού νύν καί εις τόν αιώνα χρόνον ο ζήλος κυρίου σαβαώθ ποιήσει ταύτα

 

Η' Προφητείας Ησαϊου τό Ανάγνωσμα

(Κεφ. 7, 10-16 & 8, 1-4, 8-10)

            Προσέθετο κύριος λαλήσαι τώ Αχαζ λέγων

            αιτησαi σεαυτώ σημείον παρά κυρίου Θεού σου εις βάθος ή εις ύψος

            καί είπεν Αχαζ ου μή αιτήσω ουδ' ου μή πεiρασω κύριον

            καί εί πεν ακούσατε δή οίκος Δαυϊδ μή μικρόν υμίν αγώνα παρέχειν ανθρώποις καί πώς κυρίω παρέχετε αγώνα

            δiά τούτο δώσει κύριος αυτός υμίν σημείον ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ

            βούτυρον καί μέλι φάγεται πρίν ή γνώναι αυτόν ή προελέσθαι πονηρά εκλέξεται τό αγαθόν

            διότι πρίν ή γνώναι τό παιδίον αγαθόν ή κακόν απειθεί πονηρία τού εκλέξασθαι τό αγαθόν καί καταλειφθήσεται η γή ην σύ φοβή από προσώπου τών δύο βασιλέων

            καί είπεν κύριος πρός με λαβέ σεαυτώ τόμον καινού μεγάλου καί γράψον εις αυτόν γραφίδι ανθρώπου τού οξέως προνομήν ποιήσαι σκύλων πάρεστιν γαρ

            καί μαρτυράς μοι ποίησον πιστούς ανθρώπους τόν Ουριαν καί τόν Ζαχαριαν υιόν Βαραχιου

            καί προσήλθον πρός τήν προφήτιν καί εν γαστρί έλαβεν καί έτεκεν υιόν καί είπεν κύριός μοι κάλεσον τό όνομα αυτού ταχέως σκύλευσον οξέως προνόμευσον

            διότι πρίν ή γνώναι τό παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα λήμψεται δύναμιν Δαμασκού καί τά σκύλα Σαμαρείας έναντι βασιλέως Ασσυρίων

            καί αφελεί από τής Ιουδαίας άνθρωπον ός δυνήσεται κεφαλήν άραι ή δυνατόν συντελέσασθαί τι καί έσται η παρεμβολή αυτού ώστε πληρώσαι τό πλάτος τής χώρας σου μεθ' ημών ο Θεός

            γνώτε έθνη καί ηττάσθε επακούσατε έως εσχάτου τής γής ισχυκότες ηττάσθε εάν γάρ πάλιν ισχύσητε πάλιν ηττηθήσεσθε

            καί ήν άν βουλεύσησθε βουλήν διασκεδάσει κύριος καί λόγον όν εάν λαλήσητε ου μή εμμείνη υμίν ότι μεθ' ημών κύριος ο Θεός

 

Μετά δέ τήν τών Αναγνωσμάτων συμπλήρωσιν, γίνεται Συναπτή, καί μετά τήν Εκφώνησιν, ψάλλεται τό Τρισάγιον.

 

Είτα Προκείμενον τού Αποστόλου.

Ήχος α'.

Κύριος είπε πρός με, Υιός μου εί σύ, εγω σήμερον γεγέννηκά σε.

Στίχ. Αίτησαι παρ' εμού, καί δώσω σοι έθνη τήν κληρονομίαν σου.

 

Πρός Εβραίους Επιστολής Παύλου

τό Ανάγνωσμα (Κεφ. 1, 1-14 & 2, 1-3)

            Πολυμερώς καί πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοίς πατράσιν εν τοίς προφήταις,

            επ' εσχάτων τών ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ, όν έθηκε κληρονόμον πάντων, δι' ου καί τούς αιώνας εποίησεν,

            ός ων απαύγασμα τής δόξης, καί χαρακτήρ τής υποστάσεως αυτού, φέρων τε τά πάντα τώ ρήματι τής δυνάμεως αυτού, δι' εαυτού καθαρισμόν ποιησάμενος τών αμαρτιών ημών, εκάθισεν εν δεξιά τής μεγαλωσύνης εν υψηλοίς,

            τοσούτω κρείττων γενόμενος τών αγγέλων, όσω διαφορώτερον παρ' αυτούς κεκληρονόμηκεν όνομα.

            τίνι γάρ ειπέ ποτε τών αγγέλων, Υιός μου εί σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε; Καί πάλιν Εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα, καί αυτός έσται μοι εις υιόν.

            όταν δέ πάλιν εισαγάγη τόν πρωτότοκον εις τήν οικουμένην, λέγει, καί προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού.

            καί πρός μέν τούς αγγέλους λέγει, Ο ποιών τούς αγγέλους αυτού πνεύματα, καί τούς λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα,

            πρός δέ τόν υιόν, Ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τόν αιώνα τού αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος τής βασιλείας σου.

            ηγάπησας δικαιοσύνην, καί εμίσησας ανομίαν, διά τούτο έχρισέ σε ο Θεός ο Θεός σου, έλαιον αγαλλιάσεως παρά τούς μετόχους σου.

            καί, Σύ κατ' αρχάς, Κύριε, τήν γήν εθεμελίωσας, καί έργα τών χειρών σού εισιν οι ουρανοί,

            αυτοί απολούνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται,

            καί ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, καί αλλαγήσονται, σύ δέ ο αυτός εί, καί τά έτη σου ουκ εκλείψουσι.

            πρός τίνα δέ τών αγγέλων είρηκέ ποτε, Κάθου εκ δεξιών μου, έως άν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον τών ποδών σου;

            ουχί πάντες εισί λειτουργικά πνεύμα εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν;

            Διά τούτο δεί περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοίς ακουσθείσι, μή ποτε παραρρυώμεν.

            ει γάρ ο δι, αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, καί πάσα παράβασις καί παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν,

            πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας; ήτις, αρχήν λαβούσα λαλείσθαι διά τού Κυρίου, υπό τών ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη,

 

Αλληλούϊα Ήχος πλ. δ'

 

Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, Κάθου εκ δεξιών μου, έως άν θώ τούς εχθρούς σου, υποπόδιον τών ποδών σου.

Στίχ. Ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος, εκ γαστρός πρό Εωσφόρου εγέννησά σε.

 

Ευαγγέλιον εκ τού κατά Λουκάν

(Κεφ. 2, 1-20)

            Εν ταίς ημέραις εκείναις, εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου, απογράφεσθαι πάσαν τήν οικουμένην.

            αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος τής Συρίας Κυρηνίου.

            καί επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις τήν ιδίαν πόλιν.

            ανέβη δέ καί Ιωσήφ από τής Γαλιλαίας, εκ πόλεως Ναζαρέθ, εις τήν Ιουδαίαν, εις πόλιν Δαβίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, διά τό είναι αυτόν εξ οίκου καί πατριάς Δαβίδ,

            απογράψασθαι σύν Μαριάμ τή μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί, ούση εγκύω.

            εγένετο δέ εν τώ είναι αυτούς εκεί, επλήσθησαν αι ημέραι τού τεκείν αυτήν,

            καί έτεκε τόν υιόν αυτής τόν πρωτότοκον, καί εσπαργάνωσεν αυτόν, καί ανέκλινεν αυτόν εν τή φάτνη, διότι ουκ ήν αυτοίς τόπος εν τώ καταλύματι.

            Καί ποιμένες ήσαν εν τή χώρα τή αυτή αγραυλούντες καί Φυλάσσοντες φυλακάς τής νυκτός επί τήν ποίμνην αυτών.

            καί ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς, καί δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς.

            καί εφοβήθησαν φόβον μέγαν.

            καί είπεν αυτοίς ο άγγελος, Μή φοβείσθε, ιδού γάρ, ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τώ λαώ.

            ότι ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ, ός εστι Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαβίδ.

            καί τούτο υμίν τό σημείον, ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν τή φάτνη.

            καί εξαίφνης εγένετο σύν τώ αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου, αινούντων τόν Θεόν, καί λεγόντων,

            Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.

            Καί εγένετο ως απήλθον απ' αυτών εις τόν ουρανόν οι άγγελοι, καί οι άνθρωποι οι ποιμένες εί πον πρός αλλήλους, Διέλθωμεν δή έως Βηθλεέμ, καί ίδωμεν τό ρήμα τούτο τό γεγονός ο Κύριος εγνώρισεν ημίν.

            καί ήλθον σπεύσαντες, καί ανεύρον, τήν τε Μαριάμ καί τόν Ιωσήφ, καί τό βρέφος κείμενον εν τή φατνη.

            ιδόντες δέ δiεγνώρισαν περί τού ρήματος τού λαληθέντος αυτοίς περί τού παιδίου τούτου.

            καί πάντες οι ακούσαντες εθαύμασαν περί τών λαληθέντων υπό τών Ποιμένων πρός αυτούς,

            η δέ Μαριάμ πάντα συνετήρει τά ρήματα ταύτα, συμβάλλουσα εν τή καρδία αυτής.

            καί επέστρεψαν οι ποιμένες, δοξάζοντες καί αινούντες τόν Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν καί είδον, καθώς ελαλήθη πρός αυτούς.

 

Καί καθ' εξής, η Θεία Λειτουργία τού Μεγάλου Βασιλείου.

 

Κοινωνικόν

Αινείτε τόν Κύριον εκ τών ουρανών, Αινείτε αυτόν εν τοίς υψίστοις. Αλληλούϊα.

 

Εις τήν Λιτήν, Στιχηρά, Ιδιόμελα,

Ήχος α'

Ιάννου Μοναχού

Ο ουρανός καί η γή, σήμερον προφητικώς εφραινέσθωσαν. Άγγελοι καί άνθρωποι, πνευματικώς πανηγυρίσωμεν, ότι Θεός εν σαρκί επέφανε, τοίς εν σκότει καί σκιά καθημένοις, γεννηθείς εκ γυναικός, Σπήλαιον καί φάτνη υπεδέξαντο αυτόν, Ποιμένες τό θαύμα ανακηρύττουσι, Μάγοι εξ Ανατολών, εν Βηθλεέμ δώρα προσάγουσιν, ημείς δέ τόν αίνον αναξίοις χείλεσιν, αγγελικώς αυτώ προσάξωμεν, Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη, ήλθε γάρ η προσδοκία τών εθνών, ήλθεν, έσωσεν ημάς, εκ τής δουλείας τού εχθρού.

Ο αυτός, τού αυτού

Ο ουρανός καί η γή, σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος τού Χριστού, Σήμερον Θεός επί γής παραγέγονε, καί άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε, Σήμερον οράται σαρκί, ο φύσει αόρατος, διά τόν άνθρωπον, διά τούτο καί ημείς δοξολογούντες, βοήσωμεν αυτώ, Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη, ήν ημίν εβράβευσεν, η παρουσία σου, Σωτήρ ημών δόξα σοι.

Ο αυτός, τού αυτού

Δόξα εν υψίστοις Θεώ, έν Βηθλεέμ ακούω, υπό Ασωμάτων σήμερον, τώ επί γής ειρήνην, ευδοκήσαντι γενέσθαι. Νύν η Παρθένος ουρανών πλατυτέρα, εξανέτειλε γάρ φώς τοίς εσκοτισμένοις, καί ταπεινούς ύψωσε, τούς αγγελικώς μελωδούντας, Δόξα εν υψίστοις Θεώ.

Ο αυτός

Τόν κατ' εικόνα καί ομοίωσιν, ρύσαντα εκ παραβάσεως, ιδών ο Ιησούς, κλίνας ουρανούς κατέβη, καί ώκησεν εν μήτρα παρθενική αναλλοιώτως, ίνα εν αυτή, τόν φθαρέντα Αδάμ, αναπλάση κράζοντα, Δόξα τή επιφανεία σου, ο λυτρωτής μου καί Θεός.

Δόξα... Ήχος πλ. α'

Ιωάννου Μοναχού

Μάγοι Περσών Βασιλείς, επιγνόντες σαφώς, τόν επί γής τεχθέντα, Βασιλέα ουράνιον, υπό λαμπρού αστέρος ελκόμενοι, έφθασαν εν Βηθλεέμ, δώρα προσφέροντες έγκριτα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν, καί πεσόντες προσεκύνησαν, είδον γάρ εν τώ Σπηλαίω, βρέφος κείμενον τόν Άχρονον.

Καί νύν... Ήχος πλ. β'

Γερμανού

Χορεύουσιν Άγγελοι πάντες εν ουρανώ, καί αγάλλονται σήμερον, σκιρτά δέ πάσα η κτίσις, διά τόν γεννηθέντα εν Βηθλεέμ, Σωτήρα Κύριον, ότι πάσα πλάνη τών ειδώλων πέπαυται, καί βασιλεύει Χριστός εις τούς αιώνας.

 

Εις τόν Στίχον, Στιχηρά Ιδιόμελα

 

Ήχος β' Γερμανού

Μέγα καί παράδοξον θαύμα, τετέλεσται σή μερον! Παρθένος τίκτει καί μήτρα ου φθείρεται, ο Λόγος σαρκούται, καί τού Πατρός ου κεχώρισται, Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξάζουσι, καί ημείς σύν αυτοίς εκβοώμεν, Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη,

 

Στίχ. Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, Κάθου εκ δεξιών μου, έως άν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον τών ποδών σου.

 

Ήχος γ' τού αυτού

Σήμερον τίκτει η Παρθένος, τόν Ποιητήν τού παντός, Εδέμ προσφέρει σπήλαιον, καί αστήρ μηνύει Χριστόν, τόν Ήλιον τοίς εν σκότει, Μετά δώρων Μάγοι προσεκύνησαν, πίστει φωτιζόμενοι, καί Ποιμένες είδον τό θαύμα, Αγγέλων ανυμνούντων, καί λεγόντων, Δόξα εν υψίστοις Θεώ.

 

Στίχ. Εκ γαστρός πρό Εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος, καί ου μεταμεληθήσεται. Σύ Ιερεύς εις τόν αιώνα, κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ.

 

Ο αυτός, Ανατολίου

Τού Κυρίου Ιησού γεννηθέντος, εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, έξ Ανατολών ελθόντες Μάγοι, προσεκύνησαν Θεόν ενανθρωπήσαντα, καί τούς θησαυρούς αυτών προθύμως ανοίξαντες, δώρα τίμια προσέφερον, δόκιμον χρυσόν, ώς Βασιλεί τών αιώνων, καί λίβανον, ώς Θεώ τών όλων, ως τριημέρω δέ νεκρώ, σμύρναν τώ Αθανάτω, Πάντα τά έθνη, δεύτε προσκυνήσωμεν, τώ τεχθέντι σώσαι τάς ψυχάς ήμών.

Δόξα... Ήχος δ'

Ιωάννου Μοναχού

Ευφράνθητι Ιερουσαλήμ, καί πανηγυρίσατε πάντες, οι αγαπώντες Σιών, Σήμερον ο χρόνιος ελύθη δεσμός, τής καταδίκης τού, Αδάμ, ο Παράδεισος ημίν ηνεώχθη, ο όφις κατηργήθη, ήν γάρ ηπάτησε πρώην, νύν εθεάσατο, τού Δημιουργού γενομένην Μητέρα, Ώ βάθος πλούτου, καί σοφίας, καί γνώσεως Θεού, η προξενήσασα τόν θάνατον πάση σαρκί, τής αμαρτίας τό όργανον, σωτηρίας απαρχή εγένετο τώ κόσμω παντί, διά τής Θεοτόκου, βρέφος γάρ τίκτεται εξ αυτής, ο παντέλειος Θεός, καί διά τού τόκου, Παρθενίαν σφραγίζει, σειράς αμαρτημάτων, λύων διά σπαργάνων, καί διά νηπιότητος, τής Εύας θεραπεύει, τάς εν λύπαις ωδίνας, Χορευέτω τοίνυν πάσα η κτίσις καί σκιρτάτω, ανακαλέσαι γάρ αυτήν, παραγέγονε Χριστός, καί σώσαι τάς ψυχάς ημών.

Καί νύν... Ήχος ο αυτός

Ανατολίου

Σπηλαίω παρώκησας, Χριστέ ο Θεός, φάτνη υπεδέξατο, Ποιμένες δέ καί Μάγοι προσεκύνησαν. Τότε δή τών Προφητών επληρούτο τό κήρυγμα, καί Αγγέλων αι Δυνάμεις εθαύμαζον, βοώσαι καί λέγουσαι, Δόξα τή συγκαταβάσει σου, μόνε φιλάνθρωπε.

 

Απολυτίκιον Ήχος δ' εκ γ'

Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τώ κόσμω, τό φώς τό τής γνώσεως, εν αυτή γάρ οι τοίς άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σέ προσκυνείν, τόν Ήλιον τής δικαιοσύνης, καί σέ γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα σοι.

 

Τό αυτό καί εις τό, Θεός Κύριος

 

Καί Απόλυσις

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Μετά τήν α' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα Ήχος δ'

Κατεπλάγη Ιωσήφ

Δεύτε ίδωμεν πιστοί, πού εγεννήθη ο Χριστός, ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ, μετά τών Μάγων Ανατολής τών Βασιλέων. Άγγελοι υμνούσιν, ακαταπαύστως εκεί. Ποιμένες αγραυλούσιν, ωδήν επάξιον, Δόξα εν υψίστοις λέγοντες, τώ σήμερον εν Σπηλαίω τεχθέντι, εκ τής Παρθένου, καί Θεοτόκου, εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας. (Δίς)

 

Μετά τήν β' Στιχολογίαν

 

Κάθισμα όμοιον

Τί θαυμάζεις Μαριάμ; τί εκθαμβείσαι τώ εν σοί; Ότι άχρονον Υιόν, χρόνω εγέννησα φησί, τού τικτομένου τήν σύλληψιν μή διδαχθείσα. Άνανδρος ειμί, καί πώς τέξω Υιόν, άσπορον γονήν τίς εώρακεν, όπου Θεός δε βούλεται, νικάται φύσεως τάξις, ώς γέγραπται. Χριστός ετέχθη, εκ τής Παρθένου, εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας. (Δίς)

 

Μετά δέ τόν Πολυέλεον, Κάθισμα, όμοιον, ο αχώρητος παντί, πώς εχωρήθη εν γαστρί; ο εν κόλποις τού Πατρός, πώς εν αγκάλαις τής Μητρός, πάντως ως οίδεν ως ηθέλησε καί ως, ηυδόκησεν, άσαρκος γάρ ών, εσαρκώθη εκών, καί γέγονεν ο Ών ο ουκ ήν δι' ημάς, καί μή εκστάς τής φύσεως, μετέσχε τού ημετέρου φυράματος. Διπλούς ετέχθη, Χριστός τόν άνω, κόσμον θέλων αναπληρώσαι. (Δίς)

 

Οι Αναβαθμοί, τό α' Αντίφωνον τού δ' Ήχου.

 

Οι Αναβαθμοί Αντίφωνον Α'

             Εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη, αλλ' αυτός αντιλαβού, καί σώσον Σωτήρ μου.

             Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από τού Κυρίου, ως χόρτος γάρ, πυρί έσεσθε απεξηραμμένοι.

Δόξα... Καί νύν...

Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται, καί καθάρσει υψούται λαμπρύνεται, τή τριαδική Μονάδι ιεροκρυφίως.

 

Προκείμενον Ήχος δ'

Εκ γαστρός πρό Εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος, καί ού μεταμεληθήσεται.

Στίχ. Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου.

 

Τό Ευαγγέλιον κατά τού Ματτθαίου

(Κεφ. 2, 1-20)

            Τού Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, εν ημέραις Ηρώδου τού βασιλέως, Ιδού, μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα,

            λέγοντες, Πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς τών Ιουδαίων, είδομεν γάρ αυτού τόν, αστέρα εν τή ανατολή, καί ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ.

            ακούσας δέ Hρώδης ο βασιλεύς εταράχθη, καί πάσα Ιεροσόλυμα μετ' αυτού.

            καί συναγαγών πάντας τούς αρχιερείς καί γραμματείς τού λαού, επυνθάνετο παρ' αυτών πού ο Χριστός γεννάται.

            οι δέ είπον αυτώ, Εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, ούτω γάρ γέγραπται διά τού προφήτου,

            Καί σύ, Βηθλεέμ γή Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη εί εν τοίς ηγεμόσιν Ιούδα, εκ σού γάρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τόν λαόν μου τόν Ισραήλ.

            τότε Ηρώδης, λάθρα καλέσας τούς μάγους, ηκρίβωσε παρ' αυτών τόν χρόνον τού φαινομένου αστέρος.

            καί πέμψας αυτούς εις Βηθλεέμ είπε, Πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περί τού παιδίου, επάν δέ εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ.

            οι δέ ακούσαντες τού βασιλέως επορεύθησαν, καί ιδού, ο αστήρ, όν είδον εν τή ανατολή, προήγεν αυτούς, έως ελθών έστη επάνω ου ήν τό παιδίον.

            ιδόντες δέ τόν αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα.

            καί ελθόντες εις τήν οικίαν, είδον τό παιδίον μετά Μαρίας τής μητρός αυτού, καί πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, καί ανοίξαντες τούς θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν.

            καί χρηματισθέντες κατ' όναρ μή ανακάμψαι πρός Ηρώδην, δι' άλλης οδού ανεχώρησαν εις τήν χώραν αυτών.

            Αναχωρησάντων τών Μάγων, ιδού, άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ' όναρ τώ Ιωσήφ, λέγων, Εγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού, καί φεύγε εις Αίγυπτον, καί ίσθι εκεί έως άν είπω σοι, μέλλει γάρ Ηρώδης ζητείν τό παιδίον, τού απολέσαι αυτό.

            ο δέ εγερθείς παρέλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού νυκτός καί ανεχώρησεν εις Αίγυπτον,

            καί ήν εκεί έως τής τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή τό ρηθέν υπό τού Κυρίου διά τού προφήτου, λέγοντος, εξ Αιγύπτου εκάλεσα τόν υιόν μου.

            τότε Ηρώδης, ιδών ότι ενεπαίχθη υπό τών μαγων, εθυμώθη λίαν, καί αποστείλας ανείλε πάντας τούς παίδας τούς εν Βηθλεέμ καί εν πάσι τοίς ορίοις αυτής, από διετούς καί κατωτέρω, κατά τόν χρόνον όν ηκρίβωσε παρά τών μάγων.

            τότε επληρώθη τό ρηθέν διά Ιερεμίου τού προφήτου, λέγοντος,

            Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος καί κλαυθμός καί οδυρμός πολύς, Ραχήλ κλαίουσα τά τέκνα αυτής, καί ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισί.

            τελευτήσαντος δέ τού Ηρώδου, ιδού άγγελος Κυρίου κατ' όναρ φαίνεται τώ Ιωσήφ εν Αιγύπτω,

            λέγων, Εγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού, καί πορεύου εις γήν Ισραήλ, τεθνήκασι γάρ οι ζητούντες τήν ψυχήν τού παιδίου.

            ο δέ εγερθείς παρέλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αυτού καί ήλθεν εις γήν Ισραήλ.

            ακούσας δέ ότι Αρχέλαος βασιλεύει επί τής Ιουδαίας αντί Ηρώδου τού πατρός αυτού, εφοβήθη εκεί απελθείν, χρηματισθείς δέ κατ' όναρ, ανεχώρησεν εις τά μέρη τής Γαλιλαίας,

            καί ελθών κατώκησεν εις πόλιν λεγομένην Ναζαρέθ, όπως πληρωθή τό ρηθέν διά τών προφητών ότι Ναζωραίος κληθήσεται.

 

Ο Ν' Δόξα... Ήχος β'

Τά σύμπαντα σήμερον, χαράς πληρούνται. Χριστός ετέχθη εκ τής Παρθένου.

 

Καί νύν... Τό αυτό. Είτα

 

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός...

 

Καί ψάλλομεν τό παρον Ιδιόμελον

Ήχος πλ. β'

Δόξα εν υψίστοις Θεώ καί επί γής ειρήνη. Σήμερον δέχεται η Βηθλεέμ, τόν καθήμερον διά παντός σύν Πατρί. Σήμερον Άγγελοι τό βρέφος τό τεχθέν, θεοπρεπώς δοξολογούσι. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.

 

Καί οι Κανόνες. Ο Παρών τού κυρίου Κοσμά, φέρων ακροστιχίδα τήνδε.

 

Χριστός βροτωθείς ήν όπερ Θεός μένη.

 

Ωδή α' Ήχος α'

Ο Ειρμός

Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί γής, υψώθητε, Άσατε τώ Κυρίω πάσα η γή, καί εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί, ότι δεδόξασται.

 

Ρεύσαντα εκ παραβάσεως, Θεού τόν κατ' εικόνα γενόμενον, όλον τής φθοράς υπάρξαντα, κρείττονος επταικότα θείας ζωής, αύθις αναπλάττει, ο σοφός Δημιουργός, ότι δεδόξασται.

 

Ιδών ο Κτίστης ολλύμενον, τόν άνθρωπον χερσίν, όν εποίησε, κλίνας ουρανούς κατέρχεται, τούτον δέ εκ Παρθένου θείας Αγνής, όλον ουσιούται, αληθεία σαρκωθείς, ότι δεδόξασται.

 

Σοφία λόγος καί δύναμις, Υιός ών τού Πατρός, καί απαύγασμα, Χριστός ο Θεός, δυνάμεις λαθών, όσας υπερκοσμίους, όσας εν γή, καί ενανθρωπήσας, ανεκτήσατο ημάς, ότι δεδόξασται.

 

Έτερος Κανών Ιαμβικός, Ιωάννου Μοναχού, φέρων ακροστιχίδα τήνδε διά στίχων Ηρωελεγείων

 

            Ευεπίης μελέεσσιν εφύμνια ταύτα λιγαίνει

            Υία Θεού μερόπων ένεκα τικτόμενον

            Εν χθονί, καί λύοντα πολύστονα πή ματά κόσμου.

            Αλλ' Άνα. ρητήρας ρύεο τών δε πόνων.

 

Ωδή α' Ήχος ο αυτός

Ο Ειρμός

            Έσωσε λαόν, θαυματουργών Δεσπότης,

            Υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι.

            Εκών δέ τεχθείς εκ Κόρης, τρίβον βατήν,

            Πόλου τίθησιν ημίν, όν κατ ουσίαν,

            Ισόν τε Πατρί, καί βροτοίς δοξάζομεν.

 

            Ήνεγκε γαστήρ ηγιασμένη Λόγον,

            Σαφώς αφλέκτω ζωγραφουμένη βάτω,

            Μιγέντα μορφή, τή βροτησία Θεόν,

            Εύας τάλαιναν, νηδύν αράς τής πάλαι,

            Λύοντα πικράς, όν βροτοί δοξάζομεν.

 

            Έδειξεν αστήρ τόν πρό ηλίου Λόγον,

            Ελθόντα παύσαι τήν αμαρτίαν Μάγοις,

            Σαφώς πενιχρόν εις σπέος τόν συμπαθή,

            Σέ σπαργάνοις ελικτόν, όν γεγηθότες,

            Ιδον τόν αυτόν, καί βροτόν καί Κύριον.

 

Ωδή γ' Ο Ειρμός

Τώ πρό τών αιώνων, εκ π ατρός γεννηθέντι αρρεύστως Υιώ, καί επ' εσχάτων εκ Παρθένου, σαρκωθέντι ασπόρως, Χριστώ τώ Θεώ βοήσωμεν, ο ανυψώσας τό κέρας ημών, άγιος εί Κύριε.

 

Ο τής επιπνοίας, μετασχών τής αμείνω Αδάμ χοϊκός, καί πρός φθοράν κατολισθήοας, γυναικεία απάτη, Χριστόν γυναικός βοά εξορών, ο δι' εμέ κατ εμέ γεγονώς, άγιος εί Κύριε.

 

Σύμμορφος πηλίνης, ευτελούς διαρτίας Χριστέ γεγονώς, καί μετοχή σαρκός τής χείρω, μεταδούς θείας φύτλης, βροτός πεφυκώς, καί μείνας Θεός, καί ανυψώσας τό κέρας ημών, Άγιος εί Κύριε.

 

Βηθλεέμ ευφραίνου, Ηγεμόνων Ιούδα βασίλεια. τόν Ισραήλ γάρ ο ποιμαίνων, Χερουβίμ ο επ' ώμων, εκ σού προελθών Χριστός εμφανώς, καί ανυψώσας τό κέρας ημών, πάντων εβασίλευσεν.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Νεύσον πρός ύμνους οικετών Εύεργετα,

            Εχθρού ταπεινών τήν επηρμένην οφρύν,

            Φέρων τε Παντεπόπτα τής αμαρτίας,

            Υπερθεν ακλόνητον, εστηριγμένους,

            Μάκαρ, μελωδούς τή βάσει τής πίστεως.

 

            Νύμφης πανάγνου τόν πανόλβιον τόκον

            Ιδείν υπέρ νούν ηξιωμένος χορός,

            Άγραυλος εκλονείτο, τώ ξένω τρόπω.

            Τάξιν μελωδούσάν τε τών Ασωμάτων,

            Άνακτα Χριστόν, ασπόρως σαρκούμενον.

 

            Ύψους ανάσσων ουρανών ευσπλαγχνία,

            Τελεί καθ' ημάς εξ ανυμφεύτου Κόρης,

            Άϋλος ών τό πρόσθεν, αλλ' επ' εσχάτων

            Λόγος παχυνθείς σαρκί, τόν πεπτωκότα,

            Ίνα πρός αυτόν ελκύση πρωτόκτιστον.

 

Η Υπακοή Ήχος πλ. δ'

Τήν απαρχήν τών Εθνών, ο ουρανός σοι προσεκόμισε, τώ κειμένω νηπίω εν φάτνη, δι αστέρος τούς Μάγους καλέσας, ούς καί κατέπληττεν, ου σκήπτρα καί θρόνοι, αλλ' εσχάτη πτωχεία, τί γάρ, τί δέ ταπεινότερον σπαργάνων, εν ευτελέστερον σπηλαίου, οίς διέλαμψεν ο τής θεότητός σου πλούτος. Κύριε δόξα σοι.

 

Ιστέον ότι ότε λέγομεν υπακοήν, Κάθισμα ου λέγομεν ως έντισι Τυπικοίς εύρομεν.

 

Κάθισμα Ήχος πλ. δ'

Τό προσταχθέν μυστικώς

Αγαλλιάσθω ουρανός, γή ευφραινέσθω. ότι ετέχθη επί γής, ο Αμνός τού Θεού, παρέχων τώ κόσμω τήν απολύτρωσιν. Ο Λόγος ο εν τοίς κόλποις ών τού Πατρός, προήλθεν εκ τής Παρθένου άνευ σποράς, όν οι Μάγοι εξίσταντο, ορώντες εν Βηθλεέμ, τικτόμενον ώς νήπιον όν δοξάζει τά σύμπαντα.

 

Δόξα... Καί νύν... τό αυτό

 

Ωδή δ' Ο Ειρμός

Ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί, καί άνθος εξ αυτής Χριστέ, εκ τής Παρθένου ανεβλάστησας. εξ όρους ο αινετός κατασκίου δασέος ήλθες σαρκωθείς εξ απειράνδρου, ο άϋλος καί Θεός. Δόξα τή δυνάμει σου Κύριε.

 

Ον πάλαι προείπεν Ιακώβ, εθνών απεκδοχήν Χριστέ, φυλής Ιούδα εξανέτειλας, καί δύναμιν Δαμασκού, Σαμαρείας σκύλά τε, ήλθες προνομεύσων πλάνην τρέπων, εις πίστιν Θεοτερπή. Δόξα τή δυνάμει σου Κύριε.

 

Τού Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τών λόγων μυητάς σοφούς, αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ εκ τού Ιακώβ, ανατείλας Δέσποτα, Εθνών απαρχήν εισαγομένους, εδέξω δέ προφανώς, δώρά σοι δεκτά προσκομίζοντας.

 

Ως πόκω γαστρί Παρθενική, κατέβης υετός Χριστέ, καί ως σταγόνες εν γή στάζουσαι. Αιθίοπες καί θαρσείς, καί Αράβων νήσοί τε, Σαβά Μήδων, πάσης γής κρατούντες, προσέπεσόν σοι Σωτήρ. Δόξα τή δυνάμει σου Κύριε.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Γένους βροτείου τήν ανάπλασιν πάλαι,

            Αδων Προφήτης Αββακούμ, προμηνύει,

            Ιδείν αφράστως αξιωθείς τόν τύπον.

            Νέον βρέφος γάρ, εξ όρους τής Παρθένου,

            Εξήλθε λαών, εις ανάπλασιν Λόγος.

 

            Ίσος προήλθες τοίς βροτοίς εκουσίως,

            Ύψιστε, σάρκα προσλαβών εκ Παρθένου,

            Ιόν καθάραι τής δρακοντείας κάρας,

            Άγων άπαντας πρός σέλας ζωηφόρον,

            Θεός πεφυκώς, εκ πυλών ανηλίων.

 

            Έθνη τά πρόσθεν τή φθορά βεβυσμένα.

            Όλεθρον άρδην δυσμενούς πεφευγότα,

            Υψούτε χείρας, σύν κρότοις εφυμνίοις,

            Μόνον σέβοντα Χριστόν, ως ευεργέτην,

            Εν τοίς καθ ημάς συμπαθώς αφιγμένον.

 

            Ρίζης φυείσα τού Ιεσσαί Παρθένε,

            Όρους παρήλθες, τών βροτών τής ουσίας,

            Πατρός τεκούσα τόν πρό αιώνων Λόγον.

            Ως ηυδόκησεν αυτός, εσφραγισμένην,

            Νηδύν διελθείν τή κενώσει τή ξένη.

 

Ωδή ε' Ο Ειρμός

Θεός ών ειρήνης, Πατήρ οικτιρμών, τής μεγάλης Βουλής σου τόν Άγγελον, ειρήνην παρεχόμενον απέστειλας ημίν, όθεν θεογνωσίας, πρός φώς οδηγηθέντες, εκ νυκτός ορθρίζοντες, δοξολογούμέν σε Φιλάνθρωπε.

 

Εν δούλοις τώ Καίσαρος δόγματι, απεγράφης πειθήσας, καί δούλους ημάς, εχθρού καί αμαρτίας, ηλευθέρωσας Χριστέ, όλον τό καθ ημάς δέ πτωχεύσας, καί χοϊκόν εξ αυτής ενώσεως, καί κοινωνίας εθεούργησας.

 

Ιδού η Παρθένος, ως πάλαι φησίν, εν γαστρί συλλαβούσα εκύησε, Θεόν ενανθρωπήσαντα, καί μένει Παρθένος. δι ής καταλλαγέντες Θεώ οι αμαρτωλοί, Θεοτόκον κυρίωςούσαν, εν πίστει ανυμνήσωμεν.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Εκ νυκτός έργων, εσκοτισμένης πλάνης

            Ιλασμόν ημίν Χριστέ τοίς εγρηγόρως,

            Νύν σοι τελούσιν ύμνον, ως ευεργέτη,

            Έλθοις πορίζων ευχερή τε τήν τρίβον,

            Καθ' ήν ανατρέχοντες, εύροιμεν κλέος.

 

            Απηνές έχθος, τό πρός αυτόν Δεσπότης,

            Τεμών διαμπάξ, σαρκός εν παρουσία,

            Ίνα κρατούντος ώλεσε ψυχοφθόρου,

            Κόσμον συνάπτων, ταίς αϋλοις ουσίαις,

            Τιθείς προσηνή, τόν Τεκόντα τή κτίσει.

 

            Ο λαός είδεν, ο πρίν ημαυρωμένος,

            Μεθ' ημέραν φώς, τής άνω φρυκτωρίας.

            Έθνη Θεώ δέ, κλήρον Υιός προσφέρει,

            Νέμων εκείσε τήν απόρρητον χάριν,

            Ου πλείον εξήνθησεν η αμαρτία.

 

Ωδή ς' Ο Ειρμός

Σπλάγχνων Ιωνάν, έμβρυον απήμεσεν ενάλιος θήροιον εδέξατο, τή Παρθένω δέ, ενοικήσας ο Λόγος, καί σάρκα λαβών διελήλυθε φυλάξας αδιάφθορον, ής γάρ ουχ υπέστη ρεύσεως, τήν τεκούσαν κατέσχεν απήμαντον.

 

Ήλθε σαρκωθείς, Χριστός ο Θεός ημών, γαστρός όν Πατήρ, πρό Εωσφόρου γεννά, τάς ηνίας δέ, ο κρατών τών αχράντων Δυνάμεων, εν φάτνη τών αλόγων ανακλίνεται, ράκει σπαργανούται, λύει δέ, πολυπλόκους σειράς παραπτώσεων.

 

Νέον εξ Αδάμ, παιδίον φυράματος ετέχθη Υιός, καί πιστοίς δέδοται, τού δέ μέλλοντος, ούτός εστιν αιώνος, Πατήρ καί Άρχων, καί καλείται τής μεγάλης Βουλής Άγγελος, ούτος ισχυρός Θεός εστι, καί κρατών εξουσία τής κτίσεως.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Ναίων Ιωνάς, εν μυχοίς θαλαττίοις,

            Ελθείν εδείτο, καί ζάλην απαρκέσαι.

            Νυγείς εγώ δέ, τώ τυραννούντος βέλει,

            Χριστέ προσαυδώ, τόν κακών αναιρέτην,

            θάττον μολείν σε τής εμής ραθυμίας.

 

            Ος ήν εν αρχή, πρός Θεόν Θεός Λόγος,

            Νυνί κρατύνει, μή σθένουσαν τήν πάλαι,

            Ιδών φυλάξαι, τήν καθ ημάς ουσίαν,

            Καθείς εαυτόν δευτέρα κοινωνία

            Αύθις προφαίνων, τών παθών ελευθέραν.

 

            Ίκται δι' ημάς, Αβραάμ εξ οσφύος,

            Λυγρώς πεσόντας, εν σκότει τών πταισμάτων,

            Υιούς εγείραι, τών κάτω νενευκότων,

            Ο φώς κατοικών, καί φάτνην παρ' αξίαν.

            Νύν ευδοκήσας, εις βροτών σωτηρίαν.

 

Κοντάκιον

Ήχος γ' Αυτόμελον

Ποίημα Ρωμανού τού Μελωδού

Η Παρθένος σήμερον, τόν υπερούσιον τίκτει, καί η γή τό Σπήλαιον, τώ απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δέ μετά αστέρος οδοιπορούσι. δι' ημάς γάρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο πρό αιώνων Θεός.

Ο Οίκος

Τήν Εδέμ Βηθλεέμ ήνοιξε, δεύτε ίδωμεν, τήν τρυφήν εν κρυφή εύρομεν, δεύτε λάβωμεν, τά τού Παραδείσου ένδον τού Σπηλαίου. Εκεί εφάνη ρίζα απότιστος, βλαστάνουσα άφεσιν, εκεί ευρέθη φρέαρ ανώρυκτον, ού πιείν Δαυϊδ πρίν επεθύμησεν, εκεί Παρθένος τεκούσα βρέφος, τήν δίψαν έπαυσεν ευθύς, τήν τού Αδάμ καί τού Δαυϊδ, διά τούτο πρός τούτο επειχθώμεν, ού ετέχθη, Παιδίον νέον, ο πρό αιώνων Θεός.

 

Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν

Τή ΚΕ' τού αυτού μηνός, Η κατά σάρκα Γέννησις τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Στίχοι

            Θεός τό τεχθέν, η δέ Μήτηρ Παρθένος.

            Τί μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις;

            Παρθενική Μαρίη Θεόν εικάδι γείνατο πέμπτη.

 

Τή αυτή ημέρα, Η προσκύνησις τών Μάγων.

Στίχοι

            Σέ προσκυνούσα τάξις εθνική, Λόγε,

            Τό πρός σέ δηλοί τών Εθνών μέλλον σέβας.

 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τών θεασαμένων Ποιμένων τόν Κύριον.

Στίχοι

            Ποίμνην αφέντες τήν εαυτών Ποιμένες,

            Ιδείν καλόν σπεύδουσι Χριστόν Ποιμένα.

 

Αυτώ η δόξα εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.

 

Ωδη ζ' Ο Ειρμός

Οι Παίδες ευσεβεία συντραφέντες, δυσσεβούς προστάγματος καταφρονήσαντες, πυρός απειλήν ουκ εκπτοήθησαν, αλλ' εν μέσω τής φλογός εστώτες έψαλλον, ο τών Πατέρων Θεός, ευλογητός εί.

 

Ποιμένες αγραυλούντες, εκπλαγούς φωτοφανείας έτυχον, δόξα Κυρίου γάρ αυτούς, περιέλαμψε καί Άγγελος, Ανυμνήσατε βοών, ότι ετέχθη Χριστός, ο τών Πατέρων Θεός, ευλογητός εί.

 

Εξαίφνης σύν τώ λόγω τού Αγγέλου, ουρανών στρατεύματα, Δόξα εκραύγαζον Θεώ, εν υψίστοις, επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία, Χριστός έλαμψεν, ο τών Πατέρων Θεός, ευλογητός εί.

 

Ρήμα τί τούτο, είπον οι Ποιμένες, διελθόντες ίδωμεν τό γεγονός, θείον Χριστόν, Βηθλεέμ καταλαβόντες δέ, σύν τή τεκούση προσεκύνουν αναμέλποντες, ο τών Πατέρων Θεός, ευλογητός εί.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Τώ παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω,

            Άπλητα θυμαίνοντος ηγκιστρωμένοι,

            Παίδες τυράννου δύσθεον γλωσσαλγίαν,

            Οίς είκαθε πύρ άσπετον, τώ Δεσπότη,

            Λέγουσιν, Εις αιώνας ευλογητός εί.

 

            Υπηρέτας μέν εμμανώς καταφλέγει,

            Σώζει δέ παφλάζουσα ροιζηδόν νέους,

            Ταίς επταμέτροις καύσεσι πυργουμένη,

            Ούς έστεφε φλόξ, άφθονον τού Κυρίου,

            Νέμοντος, ευσεβείας ένεκα, δρόσον.

 

            Αρωγέ Χριστέ, τόν βροτοίς εναντίον,

            Πρόβλημα τήν σάρκωσιν αρρήτως έχων,

            Ήσχυνας, όλβον τής Θεώσεως φέρων,

            Μορφούμενος νύν, ής τινος δι' ελπίδα,

            Άνωθεν εις κευθμώνας ήλθομεν ζόφου.

 

            Τήν αγριωπόν, ακρατώς γαυρουμένην,

            Άσεμνα βακχεύουσαν εξοιστρουμένου,

            Κόσμου καθείλες πανσθενώς αμαρτίαν.

            Ούς είλκυσε πρίν, σήμερον τών αρκύων,

            Σώζεις δέ, σαρκωθείς εκών Ευεργέτα.

 

Ωδή η' Ο Ειρμός

Θαύματος υπερφυούς η δροσοβόλος, εξεικόνισε κάμινος τύπον, ού γάρ ούς εδέξατο φλέγει νέους, ως ουδέ πύρ τής θεότητος, Παρθένου ήν υπέδυ νηδύν, διό ανυμνούντες αναμέλψωμεν. Ευλογείτω η κτίσις πάσα τόν Κύριον, καί υπερυψούτω, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Έλκει Βαβυλώνος η θυγάτηρ παίδας, δορυκτήτους Δαυϊδ, εκ Σιων εν αυτή, δωροφόρους πέμπει δέ, Μάγους παίδας, τήν τού Δαυϊδ θεοδόχον θυγατέρα λιτανεύσοντα, διό ανυμνούντες αναμέλψωμεν. Ευλογείτω η κτίσις πάσα τόν Κύριον, καί υπερυψούτω, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Όργανα παρέκλινε τό πένθος ωδής, ου γάρ ήδον εν νόθοις οι παίδες Σιών, Βαβυλώνος λύει δέ, πλάνην πάσαν καί μουσικών, αρμονίαν Βηθλεέμ εξανατείλας Χριστός, διό ανυμνούντες ναμέλψωμεν. Ευλογείτω η κτίσις πάσα τόν Κύριον, καί υπερυψούτω, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Σκύλα Βαβυλών τής Βασιλίδος Σιών, καί δορύκτητον όλβον εδέξατο, θησαυρούς Χριστός, εν Σιών δέ ταύτης, καί Βασιλείς σύν αστέρι οδηγώ, αστροπολούντας έλκει, διό ανυμνούντες αναμέλψωμεν. Ευλογείτω η κτίσις πάσα τόν Κύριον, καί υπερυψούτω, εις πάντας τούς αιώνας.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Μήτραν αφλέκτως εικονίζουσι Κόρης,

            Οι τής παλαιάς πυρπολούμενοι νέοι,

            Υπερφυώς κύουσαν, εσφραγισμένην.

            Άμφω δέ δρώσα, θαυματουργία μιά,

            Λαούς πρός ύμνον εξανίστησι χάρις.

 

            Λύμην φυγούσα τού Θεούσθαι τή πλάνη,

            Άληκτον υμνεί τόν κενούμενον Λόγον,

            Νεανικώς άπασα σύν τρόμω κτίσις,

            Άδοξον εύχος δειματουμένη φέρειν,

            Ρευστή γεγώσα, κάν σοφώς εκαρτέρει.

 

            Ήκεις πλανήτιν πρός νομήν επιστρέφων,

            Τήν ανθοποιόν εξ ερημαίων λόφων,

            Η τών εθνών έγερσις, ανθρώπων φύσιν.

            Ρώμην βιαίαν τού βροτοκτόνου σβέσαι,

            Ανήρ φανείς τε, καί Θεός προμηθεία.

 

Ωδή θ'

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ

Ψαλλόμενα εντή Ωδή ταύτη Ήχος α'

            Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν τιμιωτέραν, καί ενδοξοτέραν τών άνω στρατευμάτων. (Δίς)

            Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν εκ τής Παρθένου, Θεόν σαρκί τεχθέντα.

            Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν εν τώ Σπηλαίω, τεχθέντα Βασιλέα.

            Μεγάλυνον ψυχή μου, τών υπό τών Μάγων, Θεόν προσκυνηθέντα.

            Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν υπό Αστέρος, τοίς Μάγοις μηνυθέντα.

            Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν αγνήν Παρθένον, τήν γεννησαμένην, Χριστόν τόν Βασιλέα.

            Μάγοι καί Ποιμένες, ήλθον προσκυνήσαι, Χριστόν τόν γεννηθέντα, εν Βηθλεέμ τή πόλει.

 

Έτερα εις τόν Ιαμβικόν Κανόνα

            Σήμερον η Παρθένος, τίκτει τόν Δεσπότην, ένδον εν τώ Σπηλαίω.

            Σήμερον ο Δεσπότης, τίκτεται ως βρέφος, υπό Μητρός Παρθένου.

            Σήμερον οι Ποιμένες, βλέπουσι τόν Σωτήρα, σπαργάνοις ειλημένον, καί κείμενον εν Φάτνη.

            Σήμερον ο Δεσπότης, ράκει σπαργανούται, ο αναφής ως βρέφος.

            Σήμερον πάσα κτίσις, αγάλλεται καί χαίρει, ότι Χριστός ετέχθη, εκ τής Παρθένου Κόρης.

            Ουράνιαι Δυνάμεις τεχθέντα τόν Σωτήρα, Κύριον καί Δεσπότην, μηνύουσι τώ κόσμω.

Δόξα...

Μεγάλυνον ψυχή μου, τής τρισυποστάτου, καί αδιαιρέτου, θεότητος τό κράτος.

Καί νύν...

Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν λυτρωσαμένην, ημάς εκ τής κατάρας.

Ο Ειρμός

Μυστήριον ξένον, ορώ καί παράδοξον! ουρανόν τό Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν, τήν Παρθένον. τήν φάτνην χωρίον, εν ώ ανεκλίθη ο αχώρητος, Χριστός ο Θεός, όν ανυμνούντες μεγαλύνομεν.

 

Εξαίσιον δρόμον, ορώντες οι Μάγοι, ασυνήθους νέου αστέρος αρτιφαούς, ουρανίου υπερλάμποντος, Χριστόν Βασιλέα ετεκμήραντο, εν γή γεννηθέντα Βηθλεέμ, εις σωτηρίαν ημών.

 

Νεηγενές Μάγων λεγόντων, παιδίον Άναξ, ού αστήρ εφάνη, πού εστίν, εις γάρ εκείνου προσκύνησιν ήκομεν, μανείς ο Ηρώδης εταράττετο, Χριστόν ανελείν, ο θεομάχος φρυαττόμενος.

 

Ηκρίβωσε χρόνον Ηρώδης αστέρος, ού ταίς ηγεσίαις οι Μάγοι εν Βηθλεέμ, προσκυνούσι Χριστώ σύν δώροις, υφ' ού πρός Πατρίδα οδηγούμενοι, δεινόν παιδοκτόνον, εγκατέλιπον παιζόμενον.

 

Ιαμβικός Ο Ειρμός

            Στέργειν μέν ημάς, ως ακίνδυνον φόβω,

            Ράον σιωπήν, τώ πόθω δέ Παρθένε,

            Ύμνους υφαίνειν, συντόνως τεθηγμένους,

            Εργώδές εστιν, αλλά καί Μήτηρ σθένος,

            Όση πέφυκεν η προαίρεσις δίδου.

 

            Τύπους αφεγγείς καί σκιάς παρηγμένας,

            Ω Μήτερ αγνή, τού Λόγου δεδορκότες,

            Νέου φανέντος, εκ πύλης κεκλεισμένης,

            Δοξούμενοί τε, τής αληθείας φάος,

            Επαξίως σήν ευλογούμεν γαστέρα.

 

            Πόθου τετευχώς, καί Θεού παρουσίας,

            Ο χριστοτερπής λαός ηξιωμένος,

            Νύν ποτνιάται τής παλιγγενεσίας.

            Ως ζωοποιού, τήν χάριν δέ Παρθένε,

            Νέμοις άχραντε, προσκυνήσαι τό κλέος.

 

Εξαποστειλάριον Αυτόμελον

Επεσκέψατο ημάς, εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών, καί οι εν σκότει καί σκιά, εύρομεν τήν αλήθειαν, καί γάρ εκ τής Παρθένου ετέχθη ο Κύριος. Εκ γ'.

 

Εις τούς Αίνους, ιστώμεν Στίχους δ' καί ψάλλομεν Στιχηρά. Ιδιόμελα.

 

Ήχος δ'

Ανδρέου Ιεροσολυμίτου

Ευφραίνεσθε Δίκαιοι, ουρανοί αγαλλιάσθε, σκιρτήσατε τά όρη, Χριστού γεννηθέντος, Παρθένος καθέζεται, τά Χερουβίμ μιμουμένη, βαστάζουσα εν κόλποις, Θεόν Λόγον σαρκωθέντα. Ποιμένες τόν τεχθέντα δοξάζουσι. Μάγοι τώ Δεσπότη δώρα προσφέρουσιν. Άγγελοι ανυμνούντες λέγουσιν, Ακατάληπτε Κύριε, δόξα σοι.

Ο αυτός

Ο Πατήρ ευδόκησεν, ο Λόγος σάρξ εγένετο, καί η Παρθένος έτεκε, Θεόν ενανθρωπήσαντα, Αστήρ μηνύει. Μάγοι προσκυνούσι. Ποιμένες θαυμάζουσι, καί η κτίσις αγάλλεται.

Ο αυτός

Θεοτόκε Παρθένε, η τεκούσα τόν Σωτήρα, ανέτρεψας τήν πρώτην κατάραν τής Εύας, ότι Μήτηρ γέγονας, τής ευδοκίας τού Πατρός, βαστάζουσα εν κόλποις, Θεόν Λόγον σαρκωθέντα, ου φέρει το μυστήριον έρευναν, πίστει μόνη τούτο πάντες δοξάζομεν, κράζοντες μετά σού καί λέγοντες. Ανερμήνευτε Κύριε, Δόξα σοι.

Ο αυτός

Δεύτε ανυμνήσωμεν, τήν Μητέρα τού Σωτήρος, τήν μετά τόκον πάλιν οφθείσαν Παρθένον. Χαίροις Πόλις έμψυχε, τού Βασιλέως καί Θεού, εν ή Χριστός οικήσας, σωτηρίαν ειργάσατο. Μετά τού Γαβριήλ ανυμνούμέν σε, μετά τών Ποιμένων δοξάζομεν κράζοντες, Θεοτόκε πρέσβευε, τώ εκ σού σαρκωθέντι, σωθήναι ημάς.

Δόξα... Ήχος πλ. β' Γερμανού

Ο τε καιρός, τής επί γής παρουσίας σου, πρώτη απογραφή τή οικουμένη εγένετο, τότε έμελλες τών ανθρώπων απογράφεσθαι τά ονόματα, τών πιστευόντων τώ τόκω σου, διά τούτο τό τοιούτον δόγμα, υπό Καίσαρος εξεφωνήθη, τής γάρ αιωνίου σου βασιλείας, τό άναρχον εκαινουργήθη. Διό σοι προσφέρομεν καί ημείς, υπέρ τήν χρηματικήν φορολογίαν, ορθοδόξου πλουτισμόν θεολογίας, τώ Θεώ καί Σωτήρι τών ψυχών ημων.

Καί νύν... Ήχος β' Ιωάννου Μοναχού

Σήμερον ο Χριστός, εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου. Σήμερον ο άναρχος άρχεται, καί ο Λόγος σαρκούται. Αι δυνάμεις τών ουρανών αγάλλονται, καί η γή σύν τοίς ανθρώποις ευφραίνεται, οι Μάγοι τά δώρα προσφέρουσιν, οι Ποιμένες τό θαύμα κηρύττουσιν, ημείς δέ ακαταπαύστως βοώμεν. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, καί επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.

 

Δοξολογία μεγάλη, καί Απόλυσις

 

Εις τήν Λειτουργίαν, Αντίφωνα

 

Αντίφωνον Α' Ήχος β'

Στίχ. α'

Εξομολογήσομαί σοι Κύριε εν όλη καρδία μου, διηγήσομαι πάντα τά θαυμάσιά σου.

            Ταίς πρεσβείαις τής Θεοτόκου...

Στίχ. β'

Εν βουλή ευθέων καί συναγωγή, μεγάλα τά έργα Κυρίου.

            Ταίς πρεσβείαις τής Θεοτόκου...

Στίχ. γ'

Εξεζητημένα εις πάντα τά θελήματα αυτού.

            Ταίς πρεσβείαις τής Θεοτόκου...

Στίχ. δ'

Εξομολόγησις καί μεγαλοπρέπεια τό έργον αυτού, καί η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τόν αιώνα τού αιώνος.

            Ταίς πρεσβείαις τής Θεοτόκου...

Δόξα... Καί νύν...

            Ταίς πρεσβείαις τής Θεοτόκου...

 

Αντίφωνον Β' Ήχος β'

Στίχ. α'

Μακάριος ανήρ, ο φοβούμενος τόν Κύριον, εν ταίς εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα.

            Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς, ψάλλοντάς σοι. Αλληλούϊα.

Στίχ. β'

Δυνατόν εν τή γή έσται τό σπέρμα αυτού.

            Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς...

Στίχ. γ'

Δόξα καί πλούτος εν τώ οίκω αυτού, καί η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τόν αιώνα τού αιώνος.

            Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς...

Στίχ. δ'

Εξανέτειλεν εν σκότει φώς τοίς ευθέσιν.

            Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς...

Δόξα... Καί νύν...

Ο Μονογενής Υιός καί Λόγος τού Θεού...

 

Αντίφωνον Γ' Ήχος δ'

Στίχ. α'

Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, Κάθου εκ δεξιών μου, έως άν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον τών ποδών σου.

Απολυτίκιον Ήχος δ'

            Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τώ κόσμω, τό φώς τό τής γνώσεως, εν αυτή γάρ οι τοίς άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σέ προσκυνείν, τόν Ήλιον τής δικαιοσύνης, καί σέ γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα σοι.

Στίχ. β'

Ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών.

            Η Γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών...

Στίχ. γ'

Μετά σού η αρχή εν ημέρα τής δυνάμεώς σου, εν ταίς λαμπρότησι τών Αγίων σου.

            Η Γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών...

 

Εισοδικόν

Εκ γαστρός πρό Εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος, καί ου μεταμεληθήσεται. Σύ Ιερεύς εις τόν αιώνα, κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ.

 

Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς, ψάλλοντάς σοι, Αλληλούϊα.

Είτα γεγονωτέρα τή φωνή

Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τώ κόσμω, τό φώς τό τής γνώσεως, εν αυτή γάρ οι τοίς άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σέ προσκυνείν, τόν Ήλιον τής δικαιοσύνης, καί σέ γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα σοι.

Καί τό Κοντάκιον Ήχος γ'

Η Παρθένος σήμερον, τόν υπερούσιον τίκτει, καί η γή τό Σπήλαιον, τώ απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δέ μετά αστέρος οδοιπορούσι. δι' ημάς γάρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο πρό αιώνων Θεός.

 

Αντί δέ τού Τρισαγίου

Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε...

 

Κοινωνικόν

Λύτρωσιν απέστειλε Κύριος τώ λαώ αυτού. Αλληλούϊα.